Η Ελλάδα πασχίζει ανεπιτυχώς να περάσει το κατώφλι του 21ου αιώνα από πολλές απόψεις. Και αν η έννοια της εξέλιξης είναι σχετική και κατ’ ορισμένους υποκειμενική, ο τρόπος μεγέθυνσης της οικονομίας δεν είναι. Εδώ και αρκετές δεκαετίες έχει γίνει μια σχιζοφρενική επιλογή ανάθεσης της οικονομικής ανάπτυξης στη γεωγραφία και στη φύση ή στον Θεό.

Σχεδόν το 22%-25% του ΑΕΠ της χώρας είναι εδραιωμένο στον τουρισμό, ενώ οι έμμεσες ή άμεσες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται από αυτήν τη δραστηριότητα αγγίζουν το 35%-40%. Εν ολίγοις, η χώρα επαφίεται σε συνθήκες τις οποίες εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να επηρεάσει με τρόπο ενεργητικό. Αν δηλαδή κάποιος στη Φρανκφούρτη, στη Βρέστη, στο Μπέρμιγχαμ ή στο Κεντάκι επιλέξει να περάσει τις οικογενειακές ή άλλες διακοπές του στην Ελλάδα ή όχι.

Κατά τα λοιπά, το brain drain δεν έχει αντιστραφεί, παρά τις δημόσιες διακηρύξεις, και είναι απολύτως λογικό κάτι τέτοιο να μη συμβαίνει, καθώς για τη συντριπτική πλειονότητα των σημερινών τριαντάρηδων που εργάζονται και δημιουργούν στο εξωτερικό, η ανάληψη του ρίσκου που απαιτείται προκειμένου να επιστρέψουν σε μια χώρα όπου λίγους μήνες αργότερα μπορεί να έχουν αλλάξει ξανά τα πάντα, είναι μια υπόθεση απαγορευτική.

Επιπλέον, όπως φάνηκε ανάγλυφα και στο πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ της Ρούλας Σαλούρου στη προχθεσινή «Καθημερινή» της Κυριακής, ακόμη και οι εποχικοί εργαζόμενοι στον τουρισμό προτιμούν να αποφύγουν την απασχόλησή τους στις τουριστικές επιχειρήσεις λόγω των χαμηλών αμοιβών. Τα παραδείγματα ανθρώπων που επιλέγουν να εργαστούν εποχικά στην Ισπανία, στην Ιταλία ή στη νότια Γαλλία, αντί να στοιβαχθούν έναντι πινακίου φακής και βάρδιας 12-15 ωρών την ημέρα σε κάποιο υποτυπώδες οίκημα στα «υπέροχα ελληνικά νησιά», είναι ουκ ολίγα.

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία υπέστη μια οικονομική καθίζηση στα χρόνια που ακολούθησαν το 2010, εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες του brain drain, αντιμετωπίζει γεωπολιτικές προκλήσεις και έχει τις χειρότερες δυνατές δημογραφικές τάσεις στον δυτικό κόσμο, η περαιτέρω άσκηση πίεσης και περιθωριοποίησης των νέων γενεών δείχνει τυφλότητα ή μίσος; Οι δηλώσεις περί τουριστικής «βαριάς βιομηχανίας» αντικατοπτρίζουν, βέβαια, τη μετατροπή της ανάγκης σε φιλοτιμία, αλλά και –ορισμένες φορές– γνήσια, καθαρή ηλιθιότητα. Σε κάθε σύγχρονη χώρα, η κοινωνική συνοχή είναι προϋπόθεση ύπαρξης. Στην Ελλάδα είναι ακόμη μεγαλύτερη η ανάγκη για κοινωνική συνοχή. Δυστυχώς, κάθε τι που γίνεται τα τελευταία πολλά χρόνια συντείνει στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Το μέλλον δεν είναι μακριά και τις δυσάρεστες συνέπειές του θα τις ζήσουμε όλοι. Με τουρίστες ή χωρίς.

πηγή: kathimerini.gr