Στην άβυσσο παρασέρνει την τουρκική οικονομία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, για να εξυπηρετήσει τις κοντόφθαλμες πολιτικές του επιδιώξεις, αδιαφορώντας για τις βλάβες που μπορεί να προκαλέσει στη χώρα, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.

Μετά τον «οικονομικό πόλεμο ανεξαρτησίας», που κήρυξε επί λέξει ο Τούρκος πρόεδρος κατά των διεθνών αγορών, σε συνέντευξη Τύπου το βράδυ της Δευτέρας, η τουρκική λίρα σημείωσε χθες πτώση-ρεκόρ έως 15% απέναντι σε δολάριο και ευρώ. Κατρακύλησε συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των συναλλαγών σε «εξευτελιστικές» ισοτιμίες της τάξης του 13,45 προς 1 έναντι του αμερικανικού νομίσματος και 13,4 έναντι του ευρωπαϊκού, προτού ανακάμψει ελαφρά στη συνέχεια, προκαλώντας αλυσιδωτές κοινωνικές και οικονομικές αναταράξεις.

Το πρωτοφανές «ξεπούλημα» του εθνικού νομίσματος, που θύμισε τις μέρες της υπαγωγής της Τουρκίας στο ΔΝΤ το 2001, σηματοδοτώντας ουσιαστικά το τέλος του «οικονομικού θαύματος» της περιόδου Ερντογάν (2002-2021), ανάγκασε τον Τούρκο πρόεδρο να συναντηθεί εκτάκτως το απόγευμα με τον κεντρικό τραπεζίτη Σαχάπ Καβτζίογλου.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν μηδέν εις το πηλίκον, καθώς στην ανακοίνωσή της η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας (TCMB) ευθυγραμμίστηκε με τις ιδεοληψίες του Ερντογάν, αποδίδοντας την κρίση σε εξωτερικούς εχθρούς και επιμένοντας να μην ανεβάζει τα επιτόκια, παρά τις έντονες εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις.

Οπως σημείωσε η οικονομική εφημερίδα «Dunya» (Κόσμος), τα τερτίπια του Ερντογάν έχουν αποδιοργανώσει πλήρως την εγχώρια παραγωγή και το εμπόριο. Λόγω της απώλειας εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών και της απαξίωσης του νομίσματος, οι Τούρκοι προμηθευτές δεν δέχονται πια πίστωση σε λίρες. Είτε ζητούν μπροστά μετρητά είτε απαιτούν τα συμβόλαια να γίνονται σε ξένο συνάλλαγμα. Αυτό οδηγεί πρακτικά σε πάγωμα της οικονομικής λειτουργίας, καθώς οι χονδρέμποροι και οι προμηθευτές πρώτων υλών δεν ξέρουν σε ποιες τιμές να πουλήσουν, με αποτέλεσμα να έχουν σταματήσει τα συμβόλαια και οι παραγγελίες ακόμη και των δύο ημερών (!), όπως τόνισε ο πρόεδρος της Ενωσης Επιμελητηρίων Ανταλλαγής Αγαθών και Ετοιμου Ενδύματος (ΤΟΒΒ), Σερέφ Φαγιάτ.

Να σημειωθεί ότι εξαιτίας της ανορθόδοξης, επεκτατικής πολιτικής του Ερντογάν οι Τούρκοι πολίτες έχουν γίνει φτωχότεροι κατά 40% από τις αρχές του χρόνου, ενώ οι αποταμιεύσεις τους έχασαν το 20% της αξίας τους μόνο την τελευταία εβδομάδα.

Με τον συγκεντρωτικό του έλεγχο πάνω στην κεντρική τράπεζα της Τουρκίας, ο Ερντογάν έχει επιβάλει μείωση των επιτοκίων στο 15% (διατηρώντας τεχνητά την πρόσβαση σε φθηνό χρήμα), την ώρα που η Societe Générale επιμένει πως η κεντρική τράπεζα θα χρειαστεί να συνεδριάσει εκτάκτως το συντομότερο, για να αυξήσει το επιτόκιο στο 19% μέχρι το τέλος του α’ τριμήνου του 2022.

Ομως, η επιμονή του (στριμωγμένου πολιτικά) «σουλτάνου» να διατηρεί τα επιτόκια πολύ κάτω από τον πληθωρισμό, που καλπάζει στο 20%, συνιστά ένα «παράλογο πείραμα, που δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και πρέπει να εγκαταλειφθεί αμέσως».

Τάδε έφη στο twitter ο πρώην υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας, Σεμίχ Τουμέν, ο οποίος αποπέμφθηκε από τον Ερντογάν τον προηγούμενο μήνα, και τώρα ζήτησε άμεση επιστροφή στις πολιτικές οι οποίες «προστατεύουν την αξία της λίρας και την ευημερία του τουρκικού λαού».

Ωστόσο, λίγο αφότου το τουρκικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι το δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 200 δισ. δολάρια τον Οκτώβριο, και το επιτόκιο του 10ετούς τουρκικού ομολόγου εκτοξεύθηκε πάνω από 21% για πρώτη φορά από τις αρχές του 2019, ο Ερντογάν επέμεινε στο ίδιο τροπάρι: «Απορρίπτω πολιτικές που θα συρρικνώσουν τη χώρα μας, θα την αποδυναμώσουν, θα καταδικάσουν τους πολίτες μας στην ανεργία, στην πείνα και στη φτώχεια», ανέφερε μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, προκαλώντας την κατάρρευση του νομίσματος.

Στην ίδια τοποθέτηση ο Τούρκος πρόεδρος πρόσθεσε με στόμφο, που παρέπεμπε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του Ατατούρκ: «Είτε θα εγκαταλείψουμε τις επενδύσεις, τη μεταποίηση, την ανάπτυξη και τις θέσεις εργασίας, είτε θα αναλάβουμε μια ιστορική πρόκληση για να ανταποκριθούμε στις δικές μας προτεραιότητες».

Η ουσία του προβλήματος έγκειται στο ότι, ενώ οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες μιλούν για σύσφιγξη της πολιτικής, καθώς η παγκόσμια ανάκαμψη πυροδοτεί άνοδο των τιμών, η απόφαση της Τουρκίας να μειώσει τα επιτόκια δανεισμού κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες από τον Σεπτέμβριο έχει προκαλέσει ταραχή στις αγορές, απογοητεύοντας τους επενδυτές που διαμαρτύρονται ότι η νομισματική της πολιτική γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτη.

«Η τουρκική οικονομία μοιάζει με αυτοκίνητο που ανέβηκε στην κορυφή του λόφου κι ο Ερντογάν τού έκοψε τα φρένα», περιέγραψε την κατάσταση ο Τιμ Ας, στρατηγικός αναλυτής του BlueBay Asset Management. Στην ενίσχυση της αβεβαιότητας συντελούν οι φήμες για αντικατάσταση του υπουργού Οικονομικών, Λιουτφί Ελβάν, και πιθανή επιστροφή του «άσωτου» γαμπρού του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

Αρθρο της εφημερίδας Die Zeit περιγράφει τη δραματική πολιτική θέση στην οποία έχει περιέλθει ο Τούρκος πρόεδρος, θέση που επιδεινώθηκε με τη χθεσινή επιμονή του στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων και τη συνεπακόλουθη νέα κατακρήμνιση της τουρκικής λίρας. Είναι αμφίβολο αν ο Ερντογάν θα φθάσει έως τις εκλογές που έχουν προγραμματιστεί σε 18 μήνες, ή αν οι πιέσεις που υφίσταται θα δρομολογήσουν πολιτικές εξελίξεις. Οι δημοσκοπήσεις είναι κόλαφος εναντίον του άλλοτε δημοφιλούς πολιτικού, καθώς οκτώ στους δέκα ερωτηθέντες δηλώνουν δυσαρεστημένοι με την κυβέρνηση.

Την περασμένη εβδομάδα έξι κόμματα της αντιπολίτευσης, μεταξύ αυτών τα κόμματα των πρώην συνεργατών του Ερντογάν, Αχμέτ Νταβούτογλου και Αλί Μπαμπατζάν, αλλά και το ρεπουμπλικανικό CHP και το IYI της Μεράλ Ακσενέρ ανακοίνωσαν κοινή προσπάθεια «για την αποκατάσταση του κοινοβουλευτικού συστήματος».

Η έκκληση της αντιπολίτευσης για «εκλογές τώρα» ενισχύεται από την αίσθηση του τουρκικού εκλογικού σώματος ότι δεν πάει άλλο. Η διαρκής υποτίμηση της λίρας αυξάνει δραματικά το κόστος ζωής και την υπερχρέωση των νοικοκυριών, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν πλέον εξαντλήσει τις δυνατότητες δανεισμού από συγγενείς και φίλους, καθώς και από πιστωτικές κάρτες. O επίσημος πληθωρισμός φθάνει το 20% και ο κόσμος θεωρεί δεδομένο ότι δεν πρόκειται να μειωθεί. Καταστήματα έχουν φθάσει να πουλούν είδη πρώτης ανάγκης, όπως αλεύρι και ζάχαρη, σε μικρές ποσότητες, ώστε να αποφύγουν φαινόμενα απεγνωσμένων αγορών από πελάτες που προσπαθούν να αποφύγουν τις επόμενες αυξήσεις. Το ψωμί είναι εννέα φορές ακριβότερο από ό,τι ήταν πριν από 19 χρόνια, όταν ανέλαβε ο Ερντογάν, ενώ το κρέας 12 φορές ακριβότερο.

Ολο και περισσότεροι οικονομολόγοι βλέπουν άμεση σύνδεση των προβλημάτων αυτών με το προεδρικό σύστημα που έχει επιβάλει ο Ερντογάν και το οποίο του επιτρέπει να έχει στα χέρια του όλους τους μοχλούς της οικονομικής πολιτικής, εφαρμόζοντας τις δικές του ανορθόδοξες θεωρίες. Ο Τούρκος πρόεδρος πιστεύει ότι αν κρατήσει τα επιτόκια χαμηλά, όσο κι αν ανέβει ο πληθωρισμός και υποχωρήσει η αξία του νομίσματος, θα υπάρξει ταχεία ανάπτυξη. Πρόσφατα στράφηκε εναντίον του συνδέσμου επιχειρήσεων Tusiad, απορώντας γιατί οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν. «Δεν τους καταλαβαίνω. Τους λέμε ότι μπορούν να πάρουν χαμηλότοκα δάνεια και να επενδύσουν, γιατί δεν το κάνουν;» είπε ο Τούρκος πρόεδρος.

Στο ερώτημα γιατί δεν παρεμβαίνουν, υψηλά ιστάμενοι κύκλοι στην Αγκυρα απάντησαν ότι είναι «υπομονετικοί». Υπομονετικοί, αλλά όχι αδρανείς, όπως φαίνεται από τις κινήσεις της Μεράλ Ακσενέρ, η οποία φιλοδοξεί να γίνει πρωθυπουργός –αξίωμα που ο Ερντογάν κατάργησε– και του υπουργού Αμυνας, στρατηγού Χουλουσί Ακάρ, ο οποίος πλασάρεται ως ο επόμενος πρόεδρος. Οπως και οι φήμες για την υγεία του Ερντογάν, έτσι και όλα αυτά βασίζονται μόνο σε παρατηρήσεις. Είναι βέβαιο όμως ότι αν γίνονταν σήμερα εκλογές, ο Ερντογάν θα τις έχανε. «Οι εκλογές έχουν προγραμματιστεί για το 2023», καταλήγει η ανάλυση της γερμανικής εφημερίδας. «Αλλά πολλοί είναι πλέον σίγουροι ότι ο Ερντογάν δεν θα φθάσει έως εκεί».