«Υπάρχουν σχεδόν δέκα (αμερικανικές) βάσεις στην Ελλάδα. Ποιος απειλείται από αυτές τις βάσεις;» Μαζί με το «γιοκ» στον Μητσοτάκη, ο Ερντογάν δήλωσε ότι αισθάνεται σαν απειλή την αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε. Τον Νοέμβριο του 2021, μετά τη συνάντησή του με τον Ορμπαν, είχε πει ότι δεν μπορούσε πλέον να μετρήσει τις αμερικανικές εγκαταστάσεις εδώ. «Μοιάζει σαν η ίδια η Ελλάδα να έχει γίνει αμερικανική βάση».

Τις τελευταίες ημέρες τα τουρκικά media έχουν γεμίσει με χάρτες που δείχνουν τους Αμερικανούς να εξαπλώνονται στο Στεφανοβίκειο, στον Βόλο, στη Λάρισα, στο Λιτόχωρο, στο «Δεδέαγατς». Δείχνουν επίσης γραφήματα που προβλέπουν την ελληνική ισχύ μετά την προμήθεια γαλλικών και αμερικανικών όπλων. Στα μάτια της τουρκικής ελίτ, η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που φροντίζει αυτόνομα για την άμυνά της. Είναι ένα πιόνι που χρησιμοποιούν οι δυτικές δυνάμεις για να στριμώξουν την Τουρκία, επεμβαίνοντας στον ζωτικό της χώρο.

Τι θυμίζουν όλα αυτά; Μήπως τη θεωρία ότι δεν υπάρχει Ουκρανία που να αξίζει να είναι κυρίαρχη; «Ουκρανία» αποκαλούνται τα εδάφη στη σφαίρα επιρροής της πρώην ρωσικής/σοβιετικής αυτοκρατορίας, στα οποία οι δυτικές δυνάμεις εμφιλοχωρούν για να «περικυκλώσουν» τη Ρωσία.

Πιστεύει στ’ αλήθεια η Αγκυρα –δηλαδή ο Ερντογάν και ο μικρός κύκλος των ανθρώπων που τον περιστοιχίζουν– ότι απειλείται από την Ελλάδα; Οτι κινδυνεύει να δεχθεί στρατιωτική επίθεση από τα δυτικά; Μάλλον όχι. Πιστεύει όμως ότι οι ΗΠΑ και η Γαλλία τον περιορίζουν – του στερούν την «ελευθερία κινήσεων» στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, όπου θέλει να μπορεί ανεμπόδιστος να προβάλλει την ισχύ του, με τα πλοία και τα γεωτρύπανά του.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακολουθώντας αυτούς τους ιδεασμούς, ο Ερντογάν καταλήγει να υπονομεύει τα ίδια τα συμφέροντα της Τουρκίας. Αντί να επενδύει στην «ειδική» σχέση του με τη Δύση, αποσπώντας οικονομικά και στρατηγικά οφέλη, προσπαθεί διαρκώς να απλώσει τα πόδια του έξω από το πάπλωμα – να παίξει ρόλο περιφερειακής υπερδύναμης.

Και πάλι: Αυτή η αυτοϋπονομευτική μεγαλομανία είναι πολύ οικεία. Το ορατό συμφέρον δεν εμπόδισε τον Πούτιν να επιλέξει να κυνηγήσει την αόρατη χίμαιρα της «αυτοκρατορικής» –και αυτοκτονικής– επέκτασης.

Παρά τις ομοιότητες των καθεστώτων, η Τουρκία δεν είναι Ρωσία. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Οι δεσμοί της με τη Δύση σε όλα τα επίπεδα είναι πολύ πιο ισχυροί. Ακόμη και θεσμικά, έχει ζήσει σχεδόν έναν αιώνα χωλού εκδημοκρατισμού. Παρά τις εκκαθαρίσεις, η δημόσια σφαίρα της υποτυπωδώς λειτουργεί. Υπάρχει κάποια αντιπολίτευση. Υπάρχουν, λένε, νησίδες στη γραφειοκρατία που επιζούν των εκκαθαρίσεων.

Αυτό το πλέγµα ομοιοτήτων (με τη Ρωσία) και ιδιαιτεροτήτων υπαγορεύει στην Ελλάδα και στους εταίρους της την πολιτική τους έναντι του Ερντογάν. Η Ελλάδα πρέπει να εξακολουθήσει μεθοδικά να διατυμπανίζει τις συγγένειες με τον Πούτιν που καθιστούν και τον τουρκικό αναθεωρητισμό αναλόγως επικίνδυνο. Και η Δύση πρέπει να βρει την ισορροπία: να αναχαιτίζει τις ροπές του Ερντογάν, φροντίζοντας ταυτόχρονα να τον κρατάει εντός του συστήματός της. Θα υπάρχει πάντα μια Τουρκία – με ή χωρίς τον Ερντογάν. Καλύτερα συνδεδεμένη. Παρά αδέσποτη.

Θεατρολογία

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων δέκα ημερών ερμηνεύονται με στοχαστικές προσαρμογές διαφόρων παραμέτρων της εσωτερικής πολιτικής – τι μοίρασε η κυβέρνηση, τι εικόνα εξέπεμψε το ένα ή το άλλο συνέδριο. Ομως, η ελαφρά μεταβολή των συσχετισμών –που εμπεδώνει την πρωτοφανή αντοχή της πλειοψηφίας, τρία χρόνια μετά τις εκλογές– ίσως είναι παράπλευρη συνέπεια των υγειονομικών εξελίξεων. Το τέλος των κορωνοπεριορισμών σήμανε και την επανέναρξη των «ζωντανών» διεθνών επαφών. Ο πρωθυπουργός δεν ταξιδεύει πια μόνο στις Βρυξέλλες. Πήγε Ουάσιγκτον, Βοστώνη, Νταβός. Επέστρεψε δηλαδή στο πεδίο που φαίνεται ο ίδιος να απολαμβάνει ως πολιτική δραστηριότητα. Είναι ένα πεδίο που επιτρέπει την έξοδο από τα τοξικά συμφραζόμενα της εγχώριας πολιτικής. Και ευνοεί μια άλλου είδους, αποστασιοποιημένη, σύγκριση μεταξύ των δύο πολιτικών αρχηγών – σύγκριση των «σκηνικών» δεξιοτήτων τους σε ένα κλασικό ρεπερτόριο στο οποίο έχουν και οι δύο δοκιμαστεί. Εχουν παίξει και οι δύο τον ρόλο. Κι αυτός που χωράει καλύτερα στο κοστούμι αναδεικνύεται πιο εύκολα ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να βρεθεί με τον αντίπαλό του στην ίδια σκηνή.

πηγή: kathimerini.gr