Οταν γίνουν εκλογές, τι θα ψηφίσετε; Ή, μάλλον, η σωστή ερώτηση είναι: πώς θα ψηφίσετε; Χρησιμοποιώντας ποια κριτήρια; Θα επιλέξετε το πολιτικό κόμμα που είναι το καταλληλότερο για τη σωστή και αποτελεσματική διακυβέρνηση της χώρας; Αυτό μου λέτε; Συγγνώμη που γελάω. Θα σας εξηγήσω το γιατί.

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική επικράτεια έχει πλημμυρίσει με συνεργεία που γυρίζουν ξένες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Εχουν γεμίσει οι πόλεις και τα νησιά με διάσημους ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Δεν είναι θαυμάσιο αυτό; Μια έκρηξη δραστηριότητας που, εκτός από τα προφανή οικονομικά οφέλη, έχει και διάφορα έμμεσα, από την προβολή των διαφόρων τοποθεσιών της χώρας μέχρι την ενδυνάμωση της εγχώριας αγοράς ραδιοτηλεοπτικών παραγωγών, ενός κλάδου στον οποίο σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει ανεργία. Μια μεγάλη επιτυχία είναι, ένας θρίαμβος. Αλλά δεν έγινε από μόνο του. Κάτι προηγήθηκε: μια πολιτική απόφαση. Κάποια κυβέρνηση που αποφάσισε, σχεδίασε και υλοποίησε μια πρωτοβουλία. Συγκεκριμένα, η κρίσιμη απόφαση ήταν η ίδρυση του Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας (ΕΚΟΜΕ) από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ το 2015, ενός οργανισμού που προσφέρει σειρά από κίνητρα σε εταιρείες παραγωγής για να έρθουν να γυρίσουν τις ταινίες τους στην Ελλάδα. Δεν ήρθε από μόνος του ο Ντάνιελ Κρεγκ στις Σπέτσες. Προηγήθηκε ένας γενικός γραμματέας που είχε μια ιδέα και τη δέχτηκε ο υπουργός του και την πέρασε η κυβέρνηση από τη Βουλή και έτσι τώρα έχουμε γεμίσει Ντάνιελ Κρεγκ εδώ πέρα. Γιατί σας τη λέω εδώ αυτή την ιστορία; Επειδή βάζω στοίχημα πως ελάχιστοι από τους 1.926.526 συμπολίτες μας που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ (που εν τω μεταξύ είχε απορροφήσει και τους ΑΝΕΛ) το 2019, το έκαναν επειδή, μεταξύ άλλων, η κυβέρνηση εκείνη είχε φτιάξει το ΕΚΟΜΕ.

Κάποιοι θα το θεωρήσουν υπερβολικό αυτό που διαβάσατε μόλις. Επιτρέψτε μου αυτή την ερώτηση, για να το διευκρινίσουμε αυτό, πριν πάμε παρακάτω: Αν δεν είχε φτιαχτεί το ΕΚΟΜΕ, πόσες λιγότερες ψήφους θα είχε πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019; Αυτό εννοώ.

Ψηφίζουμε όπως κάνουμε και τα περισσότερα πράγματα: με το συναίσθημα. Οχι όποιο κόμμα υλοποιεί τις πιο επιτυχημένες πολιτικές, αλλά αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα, αυτό που επιβεβαιώνει περισσότερες από τις απόψεις μας για τον εαυτό μας και για τον κόσμο, αυτό που μας υπενθυμίζει πιο σπάνια ότι πρέπει να αλλάξουμε ή να κάνουμε εμείς το οτιδήποτε. Ψηφίζουμε κόμματα λες και διαλέγουμε θρησκεία ή ποδοσφαιρική ομάδα. Η λογική δεν παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτές τις αποφάσεις.

Το 2020 μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα όλοι οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα να πάρουν αυτομάτως αύξηση. Η χώρα υλοποίησε ένα πρόγραμμα μαζικού εμβολιασμού του πληθυσμού, το δυσκολότερο εγχείρημα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, πιο αποτελεσματικά και από πλούσιες χώρες της βόρειας Ευρώπης και τις ΗΠΑ. Η ανεργία έχει πέσει από το 18% στο 12% μέσα σε τρία χρόνια, εν μέσω αλλεπάλληλων παγκόσμιων κρίσεων. Ολα αυτά δεν έγιναν από μόνα τους. Το 2021 ο αριθμός των εισακτέων 18άρηδων στα δημόσια ΙΕΚ διπλασιάστηκε σε σύγκριση με το 2020. Δεν έγινε τυχαία αυτό. Εγινε εξαιτίας δύο συγκεκριμένων παρεμβάσεων του υπουργείου Παιδείας: του παράλληλου μηχανογραφικού και της ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ. Πόσοι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας θα τα λάβουν υπόψη τους αυτά τα πράγματα στην απόφασή τους στις επόμενες εκλογές; Είμαι σίγουρος ότι η συντριπτική πλειονότητά τους είτε δεν τα θυμάται, ή δεν τα συνειδητοποίησε ή έμαθε ποτέ. Οι εσωτερικές έρευνες που έκαναν στο παρελθόν πολλά πολιτικά κόμματα επιβεβαίωναν πάντα αυτή την πραγματικότητα: ακόμη και οι ψηφοφόροι τους δεν γνώριζαν τις βασικές πολιτικές παρεμβάσεις που είχαν υλοποιήσει τα κόμματα που ψήφιζαν.

Το πρόβλημα με αυτό το φαινόμενο είναι: αν οι καλά σχεδιασμένες πολιτικές και οι επιτυχημένες πολιτικές αποφάσεις που έχουν απτό αποτέλεσμα και κάνουν τις ζωές των Ελλήνων καλύτερες δεν επηρεάζουν και τόσο τη στάση των ψηφοφόρων, τότε τι κίνητρο έχουν οι κυβερνώντες για να παλεύουν να τις περάσουν; Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι τέτοια μέτρα, που μεμονωμένα δεν έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο, όλα μαζί δημιουργούν μια αίσθηση, μια εικόνα για την κυβέρνηση, μια ατμόσφαιρα. Σε κάποιο βαθμό οπωσδήποτε ισχύει. Ωστόσο, από ό,τι αποδεικνύεται στην πράξη, η «ατμόσφαιρα» καθορίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από άλλα πράγματα. Από την καθημερινή πολιτικάντικη «ποδοσφαιρική» κλωτσοπατινάδα, αλλά και από το ευρύτερο περιβάλλον (κρίσεις, πολέμους, πανδημίες). Αν μια παγκόσμια κρίση οδηγεί σε αύξηση τις τιμές των τροφίμων, οποιαδήποτε κυβέρνηση θα υποστεί πολιτικό κόστος, ανεξαρτήτως του τι έχει κάνει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της. Αν οι ίδιοι οι πολίτες δεν αρχίσουν να απαιτούν και να επιβραβεύουν τις πολιτικές λύσεις και τις παρεμβάσεις αντί για τους ιδεοληπτικούς τσακωμούς και τις επιτυχημένες ατάκες στα social media, το κίνητρο για λύσεις θα παραμένει αναιμικό. Αν δεν επιβραβεύουμε το policy και ασχολούμαστε μόνο με τα politics, τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Εκείνος ο γενικός γραμματέας που έφτιαξε το ΕΚΟΜΕ; Εφυγε. Επέστρεψε στο πανεπιστήμιό του στην Αγγλία.

πηγή: kathimerini.gr