Eίναι γεγονός ότι τα πολιτικά και στρατηγικά οφέλη της χώρας μας μετά την επίσκεψη του έλληνα Πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον υπερκαλύπτουν τα δυνητικά οικονομικά οφέλη.

Προφανώς, το μείζον ζήτημα είναι η ενίσχυση της θέσης της χώρας μας σε σχέση με τη γειτονική Τουρκία, σε μια κρίσιμη ιστορική φάση, όπου αναπτύσσονται αναθεωρητικές απόψεις στις διεθνείς σχέσεις. Ομως, και η ενίσχυση της οικονομίας της χώρας μας μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση και μετά τη λαίλαπα της πανδημίας αποτελεί εξίσου σημαντικό στόχο.

Ας μην ξεχνάμε ότι η συσσωρευμένη απώλεια εισοδήματος της χώρας μας από το 2009 μέχρι το 2020 έφθασε το 30%, πράγμα που υποβάθμισε την Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο κατά 20 τουλάχιστον ποσοστιαίες μονάδες. Μόνο από το 2021 η χώρα μπήκε σε ταχύρρυθμη αναπτυξιακή τροχιά με καλές προοπτικές τα επόμενα χρόνια, παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Τα οικονομικά οφέλη συνεπώς από την αναβάθμιση των σχέσεών μας με τις ΗΠΑ έχουν την ίδια σημασία με τα πολιτικά και τα στρατηγικά. Ετσι, η ανάδειξη, με αμερικανική ενίσχυση της Αλεξανδρούπολης σε κόμβο τροφοδότησης με φυσικό αέριο (με τη νέα μονάδα αποθήκευσης και αεριοποίησης του υγροποιημένου αερίου) της Βουλγαρίας και των άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί μια μεγάλης σημασίας επένδυση σε γνώση και τεχνολογία.

Παράλληλα, η προοπτική συνεργασίας της αμερικανικής Lockheed με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, αν πραγματοποιηθεί και επεκταθεί, μπορεί να αποτελέσει το ξεκίνημα μιας νέας προσπάθειας για την κατασκευή σύγχρονων οπλικών συστημάτων στη χώρα μας. Μια τέτοια εξέλιξη είναι σημαντικός παράγοντας βελτίωσης, όχι μόνο στο στρατηγικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο της μεταφοράς αμερικανικής τεχνολογίας στη χώρα μας.

Η σημαντικότερη ωστόσο ωφέλεια από τη στενότερη στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με τις ΗΠΑ είναι η δημιουργία ενός φιλικού κλίματος ασφάλειας για τους αμερικανούς επιχειρηματίες, που βλέπουν στη χώρα μας σταθερότητα και προοπτικές βιώσιμης επιχειρηματικής δραστηριότητας σε διάφορους τομείς και τη θεωρούν αξιόπιστο εφαλτήριο προς τη Μ. Ανατολή.

Βεβαίως, από την ελληνική πλευρά δεν αρκεί η επιτυχημένη επίσκεψη του Πρωθυπουργού, η οποία δημιούργησε το κατάλληλο πλαίσιο πολλαπλών συνεργασιών, απαιτείται και η ενεργός δραστηριοποίηση της δημόσιας διοίκησης και της επιχειρηματικής κοινότητας για την υλοποίηση των καλών προθέσεων και των πολιτικών διακηρύξεων.

Στο ζήτημα αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια. Η μακρόχρονη οικονομική κρίση, οι ολιγωρίες και αδεξιότητες των περασμένων ετών έχουν αδρανοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας μας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική σφαίρα.

Η σημερινή δύσκολη συγκυρία της αναζωπύρωσης του πληθωρισμού παγκοσμίως δεν πρέπει να αποτελέσει πεδίο κερδοσκοπίας στην ελληνική ιδιωτική οικονομία, ούτε εφησυχασμό στους ελεγκτικούς μηχανισμούς της δημόσιας διοίκησης. Το «κακό» στασιμοπληθωριστικό παρελθόν της χώρας μας δεν πρέπει να επανεμφανισθεί με νέα μορφή. Ενας ρυθμός πληθωρισμού στη χώρας μας σταθερά υψηλότερος από τον μέσο όρο πληθωρισμού της ευρωζώνης «ροκανίζει» τη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας και μπορεί να καταστρέψει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια. Ας μην επιστρέψουμε στα ίδια λάθη.

πηγή: tovima.gr