Το καλοκαίρι ερχόταν και άλλαζε τη διάταξη. Αλλοι χρόνοι, άλλα μέρη, άλλοι άνθρωποι. Τα βάρβαρα, για ένα μικρό παιδί, πρωινά ξυπνήματα χαλάρωναν και μαλάκωναν τα μάτια μας. Οι υποχρεώσεις με τα μαθήματα ήταν ένα σκοτεινό παρελθόν και μπροστά υπήρχε μόνο ο ατέλειωτος καλός καιρός.

Στο καλοκαίρι χρωστάμε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικοποίησής μας. Της ανοιχτωσιάς μας προς τους ανθρώπους. Κάπως σαν τον στρατό. Βρισκόμασταν για λίγο και κάναμε παρέα με παιδιά που δεν ξαναβρισκόμασταν ποτέ. Αλλες γειτονιές, άλλες πόλεις, άλλα χωριά και άλλες ηλικίες. Μυρίζαμε στην αρχή ο ένας τον άλλον και μετά αποφασίζαμε με ποιους θα πάμε. Μπαίναμε σε άλλους κύκλους, καταδικασμένους να σβήσουν σαν σχέδιο στην άμμο μετά το πρώτο φορτωμένο κύμα του Σεπτεμβρίου. Αλλά έπρεπε να συνυπάρξουμε και να επιβιώσουμε. Τι άλλο να κάνεις;

Παίζαμε μπάλα με παιδιά που δεν γνωρίζαμε και τα οποία προς μεγάλη μας έκπληξη ήταν καλύτεροι παίχτες από εμάς! Αυτό το σοκ το ζήσαμε ξανά αργότερα, όταν συνειδητοποιήσαμε πως δεν μας συμπαθούν όλοι στη ζωή αλλά κάποιοι μας αντιπαθούν βαθιά. Ακατανόητο κι όμως αληθινό…

Οι γονείς μας δίχως δυνατότητα άδειας και εμείς από δω κι από κει. Ολος ο καιρός περνούσε σε κάποια κατασκήνωση και μετά στο χωριό με γιαγιάδες για μαμάδες και ξαδέρφια για φίλους. Και άλλα κορίτσια βέβαια, καινούργια. Αλλα γόνατα, άλλα μπράτσα, άλλα δάχτυλα, άλλος ο τρόπος που γελούσαν. Σκληρά όπως όλα τα κορίτσια αλλά δεν περιμέναμε κάτι πιο εύκολο. Ευτυχώς αυτό το μάθαμε και το αποδεχτήκαμε νωρίς.

Το καλοκαίρι για ένα μικρό παιδί ήταν το λούνα παρκ της διαφορετικότητας. Βιώσαμε και κάτι παιδικούς αδέξιους «ρατσισμούς» εμείς τα παιδιά από την Αθήνα όταν μπαίναμε σε παρέες που μεγάλωναν σε ένα μικρό χωριό, αλλά κι αυτοί κατανοητοί ήταν. Μπορεί να είχαμε την αλαζονεία της πόλης και να έβγαινε άθελά μας ακόμη και στην προφορά των λέξεων. Λέγαμε όλα τα φωνήεντα και τα σύμφωνά μας ήταν κομψά, λιτά, χωρίς υπερβολές.

Ηπιαμε πολύ νερό όσο ο παππούς προσπαθούσε να μας μάθει κολύμπι – δεν είχε ο καημένος και καμία ευγένεια στη μέθοδο εκμάθησης – αλλά στο τέλος όλα καλά, νικήσαμε.

Ερχονταν πού και πού και κάτι νέα που έκαναν τους μεγάλους να κλαίνε και να αλλάζουν δωμάτιο απαρηγόρητοι, επηρεαζόμασταν κι εμείς για κάνα δεκάλεπτο και μετά πάλι έξω για παιχνίδι. Για συγγενείς που πέθαιναν μέσα στο κατακαλόκαιρο – άλλη ακατανόητη επιλογή – και ορισμένοι σε πραγματικά μικρή ηλικία. Συμπάσχαμε για λίγο αλλά επειδή εμείς έτσι κι αλλιώς το ξέραμε πως δεν θα πεθάνουμε ποτέ δεν δίναμε και ιδιαίτερο πόνο στις απώλειες. Αυτά είναι προβλήματα των μεγάλων.

Πρέπει να ξαναβρούμε τον τρόπο να βλέπουμε τα καλοκαίρια μας μέσα από τα μάτια των παιδιών. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα γίνουμε πιο κυνικοί, δηλαδή πιο ψύχραιμοι στην αποδοχή της ζωής.

Τα καράβια πάντα θα έρχονται και θα φεύγουν με εμάς ή χωρίς.

πηγή: tovima.gr