Το πρωί της Παρασκευής (5/11), η Σοφία Βόσσου βρέθηκε καλεσμένη στην εκπομπή «Πρωινό» και μίλησε για την περιπέτεια υγείας που πέρασε και τις άτυχες στιγμές που είχε. Όλα άρχισαν, όταν έκανε «ένα χειρουργείο για μια διάνοιξη. Πάει καλά. Σε λίγες μέρες μου κάνει διάτρηση στο στομάχι. Ξαναμπαίνω χειρουργείο, πάει καλά και βγαίνει ένα συρίγγιο το οποίο ένα χρόνο κατσικώθηκε. Ιατρικό παράδοξο κανονικά. Να μην κλείνει ενάμιση χρόνο» εξήγησε η τραγουδίστρια.

Και συνέχισε: «Τρεφόμουν με παρεντερικές και έφτασα 37 κιλά. Τώρα είμαι 58. Μου δόθηκε μια ορμόνη για να σταματήσει το συρίγγιο και αλλοιώθηκε η γεύση μου και δεν μπορούσα να φάω. Μου άνοιξαν στην κεντρική φλέβα και τρεφόμουν. Ήμουν μπες – βγες στο νοσοκομείο. Έμπαινα 30 – 40 μέρες και μετά έμενα σπίτι. Αλλά παράλληλα έκανα πράγματα. Ήμουν 37-38 κιλά παραμονές Χριστουγέννων και φώναξα τους φίλους μου στο σπίτι και φάγαμε όλοι μαζί. Εγώ, βέβαια, δεν έτρωγα».

Κάποια στιγμή το συρίγγιο άρχισε και έκλεινε. «Πάνω που γίνομαι καλά, είχα αρχίσει να παίρνω και τα κιλά μου, το σκυλάκι μου που έχει μεγαλώσει και της φεύγουν τα τσισάκια της, ξυπνάω ένα πρωί, πάω να κατέβω ένα σκαλοπατάκι, πατάω πάνω, γλιστράω, πέφτω και κάνει κρακ το πόδι. Παθαίνω συντριπτικό κάταγμα μηριαίου και γόνατο. Πήγα με τον ένα γοφό, σέρνοντας μέχρι το τηλέφωνο. Ήρθαν και με πήραν, πέντε ώρες χειρουργείο. Τώρα είμαι στη φάση της αποκατάστασης».

Στη συνέχεια, ο Γιώργος Λιάγκας τη ρώτησε πώς καταφέρνει να διατηρεί την αισιοδοξία της, έπειτα από τόσες περιπέτειες υγείας. «Εγώ με την πίστη μου τα κατάφερα. Του τα λέω στο τηλέφωνο, κάθε βράδυ μιλάμε (σ.σ. με τον Θεό). Υπάρχουν μωρά παιδιά που έχουν λευχαιμίες και δεν έχουν μαλλάκια και θα πω εγώ “γιατί σε μένα;”. Όχι! Θα δώσω δύναμη, θα γίνω παράδειγμα ο κόσμος να την παλεύει τη ζωή. Δεν πεθαίνουμε, παλεύουμε. Έτσι δεν έρχεται η κατάθλιψη. Πέρασα από τα στάδια που πέρασε ένας ασθενής με μεγάλη ταλαιπωρία. Κάποια στιγμή από τους πόνους – έβγαινε το γαστρικό υγρό και με έκαιγε- έλεγα ότι δεν έχω ποιότητα ζωής και έψαχνα τρόπους να μη ζήσω. Το έλεγα στους φίλους μου και τους έλεγα: “Μη φρικάρετε, πρέπει να σας το πω, να βγει”».