Η ουκρανική κρίση έφερε εκ νέου στο προσκήνιο την τέχνη της «κρεμλινολογίας», που είχε ατονήσει με την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος στην Ευρώπη. Σήμερα πλέον οι δυτικές αρμόδιες υπηρεσίες άρχισαν να ασχολούνται επιμόνως με την αποκρυπτογράφηση των προθέσεων του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η μείζων διαφορά μεταξύ Ρώσων και «Δυτικών» κατά τη διαχείριση της κρίσεως είναι ότι ο κ. Πούτιν ενεργεί ως σκακιστής. Στην αναμέτρηση που κλιμακώνεται διαρκώς γύρω από την Ουκρανία, ο πρόεδρος της Ρωσίας κάνει την πρώτη κίνηση αφού προηγουμένως έχει υπολογίσει τις πιθανές αντιδράσεις των αντιπάλων του και οργανώνει την αντεπίθεσή του.

Με τη στρατηγική αυτή θεωρεί ότι διαμορφώνει πλαίσιο εντός του οποίου φιλοδοξεί να επιτύχει τον τελικό του στόχο έναντι της Ουκρανίας. Δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα το επιτύχει. Μία άλλη δια-φορά από τις ΗΠΑ είναι ότι ο κ. Πούτιν έχει την άνεση να αποφασίζει μόνος, καθώς στερείται συμμάχων μετά τη διάλυση του Συμφώνου Βαρσοβίας.

Αντίθετα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν δαπάνησε προσπάθεια και χρόνο διαβουλευόμενος με τους Ευρωπαίους εταίρους του για να τους συσπειρώσει. Ισως αυτός ήταν ο λόγος που οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ διακινδύνευσαν να εξαγγείλουν συγκεκριμένη ημερομηνία εισβολής των ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία και στη συνέχεια να διαψευσθούν. Ούτε είναι τυχαίο ότι στο τελευταίο διάγγελμά του ο κ. Μπάιντεν προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιτευχθείσα συσπείρωση και ομοψυχία των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας του κ. Πούτιν.

Η υπεροπλία του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας είναι ασφαλώς αδιαμφισβήτητη, αλλά ο κ. Μπάιντεν έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν έχει πρόθεση να κηρύξει πόλεμο εναντίον της Μόσχας. Απλώς κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπισθούν «κάθε ίντσα του εδάφους του ΝΑΤΟ». Μόνον που η Ουκρανία δεν είναι μέλος της Συμμαχίας.

Αξιοποιώντας τη σαφή υπεροχή στον οικονομικό τομέα, οι ΗΠΑ και οι Σύμμαχοί τους ανακοίνωσαν μια δέσμη οδυνηρών κυρώσεων, που όπως ομολογείται θα έχουν αρνητικές συνέπειες και στη Δύση. Το θέμα όμως είναι μήπως η επιλεγείσα πολιτική για την αντιμετώπιση της ρωσικής προκλήσεως εντέλει οδηγήσει σε ουσιαστικότερη προσέγγιση της Μόσχας με το Πεκίνο, οπότε η κρίση θα προσλάβει διαστάσεις σοβαρότερες και ευρύτερες.

 

πηγή: kathimerini.gr