Το παρελθόν, προτού γίνει Ιστορία, προλαβαίνει ενίοτε να επαναλαμβάνεται. Ετσι και στο Τάε κβον ντο προχθές. Το μοτίβο ήταν γνώριμο: Η κρίση είναι δεινή, αλλά δεν πειράζει. Μπορούμε, έλεγε ο ομιλητής, να την περάσουμε εύκολα. Δρέποντας λεφτά απ’ τα κλεφτόδεντρα της αισχροκέρδειας και του «άγριου νεοφιλελευθερισμού».

Το ερώτημα είναι (πάλι) πώς απαντάς σε αυτή την ψηφοθηρική τεχνολογία της υπεραπλούστευσης, που λέει στους δοκιμαζόμενους πολίτες ότι οι δυσκολίες τους είναι μόνο ζήτημα βούλησης. Οτι αρκεί να θέλεις να φορολογήσεις τα ουρανοκατέβατα κέρδη, να αναβάλεις την απολιγνιτοποίηση, να επανακρατικοποιήσεις τη ΔΕΗ, να κόψεις τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και «παφ!» – αντίο, πληθωρισμέ. Αντίο, κρίση.

Πώς να αντιτάξεις σε αυτή τη ρητορική ότι, ακόμη κι αν τα κάνεις όλα αυτά, θα πρέπει να βρεις νέους τρόπους να επιζήσεις σε έναν κόσμο με κομμένους τους αγωγούς των παλαιών πηγών ενέργειας· με εξαρθρωμένες τις αλυσίδες τροφοδοσίας· χωρίς εύκολη πρόσβαση σε φθηνές πρώτες ύλες. Πώς να πεις ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να περάσει χωρίς συνέπειες.

Θα μπορούσες να πεις απλώς την αλήθεια. Να πεις στους ψηφοφόρους, κοιτάξτε γύρω σας. Η κανονικότητα του μεταπολεμικού εικοστού αιώνα δεν υπάρχει. Ηταν η καλύτερη περίοδος στην Ιστορία της Ευρώπης. Για να διασώσουμε τα θεμελιώδη αγαθά της ειρηνικής και δημοκρατικής ζωής μας πρέπει να σηκώσουμε τώρα κάποια βάρη.

Κι άλλα βάρη; Δεν σήκωσε η κοινωνία το βάρος της χρεοκοπίας; Δεν της ζητήσαμε ατομική ευθύνη στην υγειονομική κρίση; Θα της πούμε τώρα και πόσο θα ανάβει τον θερμοσίφωνα;

Το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών δείχνει ότι ένα μέρος της κοινωνίας θα κλείσει τα αυτιά του στη ρητορική της ευθύνης. Αν από τις κάλπες είχαν αφαιρεθεί οι ψήφοι των εκλογέων άνω των 60 ετών, ο Μακρόν –λέει ο Economist– θα είχε καταταγεί τρίτος. Τον κράτησε πρώτο η γενιά εκείνων που έχουν ζήσει τις μεγάλες ανασφάλειες του προηγούμενου αιώνα. Θυμούνται χωλές δημοκρατίες, ψυχροπολεμικές αγωνίες, ασταθή εθνικά νομίσματα, πληθωρισμό.

Στον λαϊκισμό δεν απαντάς με λαϊκισμό. Στην πλειοδοσία κερδίζει πάντα εκείνος. Απέναντι στον λαϊκισμό, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν την εναλλακτική του Ρόμπερτ Χάμπεκ και του Μάριο Ντράγκι. Εχουν το υπόδειγμα των πολιτικών που μπαίνουν στη βάσανο να εξηγήσουν πόσο δύσκολα είναι τα διλήμματα στα οποία καλούνται να απαντήσουν. Ολες οι πολιτικές είναι δίκοπες. Θα έκοβες, ας πούμε, το αέριο για να προστατεύσεις τις ευρωπαϊκές αξίες από τον εισβολέα, και θα κινδύνευες να προκαλέσεις στην Ευρώπη οικονομική ασφυξία και πολιτικό αναβρασμό.

Ο λόγος της ιστορικής ακρίβειας είναι πικρός, αλλά δεν είναι εκλογικά καταδικασμένος. Μπορεί να πείθει κυρίως τους πιο ηλικιωμένους. Εκείνοι όμως είναι που συμμετέχουν περισσότερο στην εκλογική διαδικασία.

Εκείνοι μπορεί στις κάλπες να αγοράσουν χρόνο και για τους επόμενους.
Σκισίματα

O Tσίπρας όρισε από την αρχή το συνέδριό του ως αντικυβερνητικό διάβημα («αντίστροφη μέτρηση» για να φύγει η κυβέρνηση). Το μέρος της ομιλίας του που –υποτίθεται ότι– αναφερόταν στο πρόγραμμά του είχε επίσης κατά τα τρία τέταρτα αντικυβερνητικό περιεχόμενο, καθώς καλύφθηκε από τους νόμους της κυβέρνησης Μητσοτάκη που ο ίδιος σκοπεύει να καταργήσει. Με αυτή την επιλογή του –να δώσει συντριπτικά την έμφαση στην αντιπολίτευση, περιορίζοντας το θετικό του μήνυμα σε μεταφυσικές επαγγελίες («οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη»)– ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι, όντως, δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του τις δημοσκοπήσεις. Τα γκάλοπ τού λένε ότι υστερεί σε διαχειριστική αξιοπιστία. Κι εκείνος είπε ρητά ότι δεν τον ενδιαφέρει η διαχείριση. Κι αν σε ένα χρόνο έχει επιβεβαιωθεί η συριζαϊκή εσχατολογία; Και αν έχει πάλι δημιουργηθεί ένα ηφαίστειο αγανάκτησης; Θα ζητήσει κανείς από τον Τσίπρα προγράμματα και οργανογράμματα; Αν οι επόμενες αποβούν κάλπες μόνο καταψήφισης· αν ξαναδημιουργηθεί σκηνικό 2012, ο φορέας της οργής δύσκολα θα είναι ο μεταχειρισμένος. Ο Τσίπρας είναι πολύ παλιός για να πείσει πάλι ως «σκίστης».
Θεμιδοβάτες

Ηταν, λέει, «εραστές της Δικαιοσύνης». Μόνο που ο έρωτας δεν ήταν αμοιβαίος.

πηγή: kathimerini.gr