Για να έχουµε κάποια ιδέα για το πώς μπορεί να εξελιχθεί η Τουρκία τα επόμενα χρόνια, είναι χρήσιμο να δούμε τι συμβαίνει σήμερα, ποιες οι δυναμικές που εξελίσσονται και πού θα βρίσκεται η χώρα μετά τη δραματική τελική πράξη της εποχής Ερντογάν. Από τον Ιούλιο του 2018, όταν η Τουρκία υιοθέτησε προεδρικό μοντέλο μετά 95 χρόνια βουλευτικής διακυβέρνησης, ήταν σαφές ότι ο Ερντογάν θα έπαιρνε πάνω του όλες τις εξουσίες, ότι θα κυβερνούσε χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Ετσι, αυτός είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για όσα συμβαίνουν εντός της χώρας, στις εξωτερικές σχέσεις, στην οικονομία. Σε όλους τους τομείς, προτεραιότητά του είναι η πολιτική επιβίωση και τα συμφέροντα του ιδίου και των γύρω του. Εως τώρα, η αδιαφορία για τους δημοκρατικούς θεσμούς και νόμους, και ο εμπλουτισμός πολιτικών φίλων ωφελούσαν τον Ερντογάν επειδή οι οπαδοί και οι σύμμαχοί του δεν αισθάνονταν ότι η ολοένα πιο εμφανής διαφθορά έβλαπτε τους ίδιους. Ομως, με την κατάρρευση της τουρκικής λίρας και τη φτωχοποίηση πολλών πολιτών, τα προβλήματα σε όλους τους άλλους τομείς ξεφεύγουν από τον έλεγχο του Τούρκου προέδρου. Γι’ αυτό ο ίδιος και το κόμμα του πέφτουν στις δημοσκοπήσεις και αρχίζει να φαίνεται το τέλος της βασιλείας τους.

Το πλαίσιο της σημερινής πολιτικής σκηνής στην Τουρκία περιγράφεται από ένα πολύ βασικό κριτήριο: ποιοι βρίσκονται στην εξουσία και ποιοι στη φυλακή. Από τη μία είναι ο Ερντογάν, το κίνημα ισλαμιστών και οι εθνικιστές του «βαθέος κράτους». Οι τελευταίοι είχαν υποχωρήσει τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης ΑΚΡ, όταν από το 2002 έως το 2011 το κόμμα ακολουθούσε πορεία εκσυγχρονισμού και προσέβλεπε στην ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, και, από το 2011 έως το 2015, όταν έγινε φανερή η πορεία «ισλαμοποίησης» της χώρας. Από το 2015, ο Ερντογάν συνέδεσε τα δύο αντίπαλα ρεύματα για να κρατηθεί στην εξουσία. Στη φυλακή βρίσκονται (μεταξύ πολλών χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων) ο Οσμάν Καβαλά, εκπρόσωπος των φιλελεύθερων διανοουμένων, ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, του οποίου το κόμμα, HDP, θα μπορούσε να συσπειρώσει προοδευτικούς νέους και Κούρδους και να απειλήσει το ΑΚΡ, και οι οπαδοί του αυτοεξόριστου θρησκευτικού ηγέτη Γκιουλέν, ο οποίος είχε συνεργαστεί στενά με τον Ερντογάν εναντίον του βαθέος κράτους. Το πάντρεμα ισλαμιστών και εθνικιστών –η Λαϊκή Συμμαχία– ώθησε τον Ερντογάν σε σειρά κινήσεων που οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο.

Ιδεολογικά και στρατηγικά, στην ευρύτερη περιοχή ο Τούρκος πρόεδρος είναι απομονωμένος. Οι σύμμαχοί του Αδελφοί Μουσουλμάνοι δεν βρίσκονται στην εξουσία σε καμία από τις χώρες στις οποίες τους στήριξε. Βασίζεται στη σχέση του με τον Πούτιν για να εκβιάσει την Ουάσιγκτον σε διάφορα θέματα (από την αγορά όπλων έως τη δικαστική περιπέτεια κρατικής τουρκικής τράπεζας στις ΗΠΑ). Ετσι, ο Ρώσος πρόεδρος τον έχει στο χέρι, ενώ όχι μόνον ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν αλλά –για πρώτη φορά– και οι Ρεπουμπλικανοί και οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο τον κρατούν σε απόσταση. Η έξοδος της Αγκελα Μέρκελ από την ενεργό πολιτική πιθανώς θα σηματοδοτήσει στροφή προς μια ευρωπαϊκή πολιτική βασισμένη σε αρχές αντί για το ιδιόμορφο μείγμα ευθυνοφοβίας και ρεαλπολιτίκ που εξέφραζε η καγκελάριος. Η πολυπραγμοσύνη του Ερντογάν εκτός συνόρων προκάλεσε διπλωματική και στρατιωτική κινητοποίηση πολλών χωρών – μεταξύ αυτών οι Ελλάδα, Γαλλία, Αίγυπτος, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ισραήλ (παρά την κατά καιρούς βελτίωση των σχέσεων με την τελευταία).

Tο κόμμα του δεν εμπνέει τις νεότερες γενιές, οι οποίες ανυπομονούν να επανέλθει η χώρα σε φιλοδυτική τροχιά.

Με την οικονομία να πληρώνει την αμάθεια και την αλαζονεία του Ερντογάν, οι καταγγελίες για διαφθορά θα αρχίσουν να έχουν μεγαλύτερη απήχηση στα λαϊκά στρώματα που τον ακολουθούσαν τυφλά. Την ίδια ώρα, ούτε ο εθνικισμός αποδίδει πλέον – όχι επειδή η τουρκική κοινωνία βαρέθηκε τη «στρατιωτικοποίηση» της διπλωματίας και τις περιπέτειες εκτός συνόρων, αλλά επειδή όλα τα κόμματα (πλην του HDP) εκφράζουν παρόμοια επιθετικότητα κατά γειτόνων και των Κούρδων.

Ο Ερντογάν και το ΑΚΡ βρίσκονται στην εξουσία εδώ και 20 χρόνια. Ιδεολογικά και στρατηγικά έχουν εξαντληθεί. Σύμφωνα με Τούρκους πολιτικούς επιστήμονες και αναλυτές, το κόμμα δεν εμπνέει τις νεότερες γενιές, οι οποίες ανυπομονούν να επανέλθει η χώρα σε φιλοδυτική τροχιά. Ο Ερντογάν, όπως κάθε ανασφαλής «ισχυρός άνδρας», απέτρεψε την εξέλιξη στελεχών που θα μπορούσαν να τον διαδεχθούν. Ούτε ο υπουργός Αμυνας, Χουλουσί Ακάρ, ούτε ο αρχηγός της υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν (τα ονόματα των οποίων ακούγονται), θα μπορέσουν να ελέγξουν τις φυγόκεντρες δυνάμεις που θα ελευθερωθούν μετά τον Ερντογάν. Εως τότε, ο Τούρκος πρόεδρος θα συνεχίσει να επενδύει σε όλες τις λανθασμένες επιλογές του, σαν τον τζογαδόρο που όσο μένει στο τραπέζι θεωρεί εαυτόν νικητή. Ετσι, αγοράζει νέα όπλα και γεωτρύπανα, μειώνει περαιτέρω τα επιτόκια, προκαλεί ξένες χώρες, καταπατά αρχές, νόμους και δικαιώματα των συμπολιτών του, πράττει σαν να είναι απόλυτος άρχοντας που δεν αντιμετωπίζει καμία απειλή, παρά την ορατή καταστροφή που προκαλεί. Σύρει τη χώρα μαζί του στην παρακμή.

Η Ελλάδα, η Κύπρος και η υπόλοιπη Ε.Ε. οφείλουν να είναι έτοιμες για τα χειρότερα, καθώς ο Ερντογάν θα αναζητεί θριάμβους όπου πιστεύει ότι υπάρχει αδυναμία. Την ίδια ώρα, όμως, δεν αποκλείεται η κυνική εκμετάλλευση της θρησκείας και του εθνικισμού τα τελευταία χρόνια να απαξιώσει και τα δύο ρεύματα στα μάτια πολιτικών και πολιτών που θα σηκώσουν το βάρος της ανοικοδόμησης της Τουρκίας.

πηγή: kathimerini.gr