Η λέξη της χρονιάς δεν είναι νέα. Προϋπήρχε. Αλλά μέσα στο 2021 κλήθηκε να σηκώσει νωπά νοήματα – και ανοησίες: Ο αρνητής.

Ο όρος είναι εύπλαστος. Δεν χρειάζεται ο ίδιος να δηλώνει κάτι, αφού αντλεί τη σημασία του απ’ ό,τι κάθε φορά αρνείται. Ο αρνητής δεν έχει μία ιδεολογία ή ένα χρώμα. Μπορεί να τον βρίσκουμε κάτω από ακροδεξιά σύμβολα· μπορεί, άλλοτε, να τον εμπνέουν ευδαιμονιστικές θεωρίες «φυσικού» βίου, χωρίς φάρμακα, χωρίς κινητά, χωρίς νόμους και δίκτυα. Το μόνο όμως που τον ορίζει είναι το «αντί-».

Η άρνηση, σαν πολιτική στάση, μοιάζει έτσι με αυτό που στη γλώσσα του περασμένου αιώνα λεγόταν «αντίδραση». Ο αντιδραστικός, όπως και ο αρνητής, θέλουν να αναχαιτίσουν την αλλαγή. Θέλουν να επιβραδύνουν την Ιστορία.

Η άρνηση, όμως, εμφανίζεται πολύ ριζοσπαστικότερη από την αντίδραση. Ενώ ο αντιδραστικός ξέρει τι θέλει –την επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν–, ο αρνητής ξέρει μόνο τι δεν θέλει. Δεν νοσταλγεί. Δεν προσδοκά. Μόνο εναντιώνεται. Εναντιώνεται στην επιστήμη. Στην πραγματικότητα. Αρνείται μέχρι και την ίδια του τη ζωή, επιλέγοντας να μην τη λυτρώσει –άμεσα, εύκολα και δωρεάν– από θανάσιμο κίνδυνο.

Ακόμη κι όταν η πανδημία κοπάσει, η άρνηση δεν είναι πιθανό να εκπνεύσει μαζί της, καθώς έχει ήδη απλωθεί σε όλα τα πεδία της κοινής ζωής. Η άρνηση του ιού και του εμβολίου συνάπτεται με την άρνηση του επείγοντος της κλιματικής αλλαγής. Και αυτή με τη σειρά της ενώνεται με την άρνηση της ψηφιακής μετάβασης – της ηλεκτρονικής ταυτότητας ή της ψηφιακής απογραφής.

Θα μπορούσε να σπεύσει κανείς να ταξινομήσει αυτές τις τάσεις στις ψεκασμένες μειοψηφίες. Ο αρνητής όμως δεν είναι (μόνο) παλαιοημερολογίτης. Δεν είναι λουδίτης. Χρησιμοποιεί τα όπλα της νεωτερικότητας για να τα στρέψει εναντίον της. Επιστρατεύει την αυτοδιάθεση του εαυτού (που ανατρέχει στην αντιαπαγορευτική κουλτούρα της φιλελεύθερης Αριστεράς) και τα ατομικά δικαιώματα (του δεξιού φιλελευθερισμού) για να αποκρούσει τα νέα κοινωνικά –υγειονομικά και περιβαλλοντικά– καθήκοντα που πάνε να του επιβληθούν.

Αυτή η αντιστροφή –που έχει πρόσφατα περιγράψει με μεγάλη διαύγεια ο Γερμανός κοινωνιολόγος Andreas Reckwitz– συντελέστηκε στην πανδημία: Το καθήκον –προς την κοινωνία, την πατρίδα, αν όχι και τον πλανήτη– δεν το επικαλείται, όπως πριν, ο αριστερός και ο δεξιός συντηρητισμός. Το επικαλούνται οι προοδευτικές ελίτ που ζητούν περιορισμό των ελευθεριών στο όνομα του επιστημονικού ορθολογισμού και του κοινού συμφέροντος.

Μείνε σπίτι. Εμβολιάσου. Εκπαιδεύσου. Γίνε ψηφιακά επιδέξιος. Πλήρωσε ακριβότερα το ρεύμα. Κάνε θυσίες για τις επόμενες γενιές.

Το πλέγμα των νέων «υποχρεωτικοτήτων» είναι δύσκολο. Η άρνηση είναι εύκολη. Και θα γίνεται ολοένα και λιγότερο σπάνια.
Ταυτότητες

Ταυτότητα δεν είναι πρωτίστως το έγγραφο. Το σύνολο των άυλων εγγραφών με το οποίο ταυτιζόμαστε –δηλαδή αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας– διατηρεί τη συμβολική του αίγλη, ακόμη κι όταν κατασταλάζει σε ένα γραφειοκρατικό εργαλείο. Χρόνος γέννησης, πατέρας και μητέρα, τόπος καταγωγής – ολόκληρη η βιογραφία σου καταστρωμένη σε τρεις – τέσσερις μονολεκτικές αράδες, αποσυναρμολογημένη στα στοιχειώδη συστατικά της. Και κυρίως η φωτογραφία με τη λοξή σφραγίδα. Εκείνη η ασπρόμαυρη εκδοχή του εαυτού με ξεχασμένο πάνω του το παλιό βλέμμα. Το σύνολο αυτών των αναφορών αφυπνίστηκε αιφνίδια προχθές όταν το ψηφιακό αντίγραφο της ταυτότητας προσγειώθηκε στις παλαμιαίες οθόνες μας. Πέρα από τη χρηστικότητά της, η εφαρμογή ήταν και μια συναισθηματική πρόκληση. Σε υποχρέωνε να ξανακοιτάξεις το τετριμμένο έγγραφο και να το επανεκτιμήσεις μέσα στο νέο του κάδρο. Το ψηφιακό κάδρο φωταγωγούσε και την ενσωματωμένη στην ταυτότητα αίσθηση του ανήκειν. Το εφέ διέκοπτε τον περιρρέοντα ζόφο και σε «πιστοποιούσε» για λίγο σαν άλλον, αλλού. Σε πολιτογραφούσε στο μέλλον.
Ευχές

Να μη δουν τα ρουθούνια μας άλλες μπατονέτες.

 

πηγή: kathimerini.gr