Η ομολογία της πτώχευσης το 2010 μας οδήγησε σε μια περίοδο ασφυκτικής εσωστρέφειας. Λες και ο κόσμος είχε σταματήσει να γυρίζει έξω από εμάς και το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν «η σήμερον». Αναμενόμενο και λογικό. Η Ευρώπη έπαψε να είναι σύμμαχος και εταίρος. Εγινε πιστωτής μας. Και όταν έχεις πτωχεύσει, ο πιστωτής δεν είναι ό,τι καλύτερο περιμένεις να συναντήσεις μπροστά σου. Κινδυνεύσαμε να μείνουμε μόνοι; Η κ. Σακελλαροπούλου το διατύπωσε με ακρίβεια: «Πολλές φορές αισθανθήκαμε δικαιολογημένα μόνοι». «Πολλές φορές» κοιμόμασταν με τις φήμες ότι θα βγούμε από την Ευρώπη και όταν ξυπνούσαμε ακούγαμε τις ειδήσεις με τον φόβο ότι οι φήμες έχουν γίνει πραγματικότητα. Οι τράπεζες έκλεισαν, όμως ακόμη ήμασταν στην Ευρώπη. Πολλοί από εμάς είχαν ξεχάσει ότι η ευρωπαϊκή μας πορεία ήταν το αζιμούθιο της ύπαρξής μας από την εποχή που διεκδικούσαμε την ανεξαρτησία μας. Πολλοί από εμάς, οι περισσότεροι όπως απέδειξε το δημοψήφισμα του 2015. Κάλπικο ευτυχώς, όπως το παραδέχθηκαν ακόμη και όσοι το είχαν προκαλέσει.

Η κ. Μέρκελ στα χρόνια της εσωστρέφειας επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ελλάδα. Ηθελε να πιστοποιήσει την ευρωπαϊκή μας ένταξη. Τότε το κυρίαρχο «αφήγημα» ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπορούσε να αντέξει ένα Grexit. Θα σήμαινε τη διάλυσή της. Αντεξε όμως ένα Brexit χωρίς να διαλυθεί. Οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε ότι πάντα έψαχνε συνομιλητές στην Ελλάδα και μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια κατάφερε να την κρατήσει στην Ευρώπη. Ως Ελληνες, ναι. Ομως ως Ευρωπαίοι Ελληνες έχουμε το δικαίωμα να αμφιβάλλουμε. Δεν εννοώ μόνον τις αποφάσεις για τη λιτότητα, τις οποίες η ίδια κρίνει ως υπερβολικές. Σ’ αυτές θεωρώ ότι ευθύνονται εξίσου οι δικοί μας πολιτικοί που δεν είχαν την ικανότητα, ή το θάρρος, να προτείνουν εναλλακτικές. Αυτοί υπέγραψαν τα «μνημόνια».

Η Ευρωπαϊκή Ενωση, στα χρόνια της Μέρκελ, υπήρξε μια παθητική δύναμη, δέσμια των θεσμών της και των αρχών της. Το 2015 η ίδια άνοιξε τα σύνορα της Ευρώπης στους προσφυγικούς και μεταναστευτικούς πληθυσμούς, καταχειροκροτούμενη από την προοδευτική Ευρώπη. Η Ελλάδα έζησε την πολιτική της με τον οδυνηρότερο τρόπο. Η υπόλοιπη Ευρώπη έκλεισε τα σύνορά της απέναντι στα δικά της που παρέμεναν ανοιχτά.

Και τώρα επί της ουσίας. Τα χρόνια της κρίσης, της εσωστρέφειας, της Ευρώπης της Μέρκελ, έχουν παρέλθει. Κατά σύμπτωση συμπίπτουν με τους εορτασμούς των 200 χρόνων από τον ξεσηκωμό της Παλιγγενεσίας. Ευτυχής συγκυρία από μιαν άποψη. Συγκλίνουν οι στόχοι. Η Ελλάδα βγαίνει από την εσωστρέφεια και την κατάθλιψη των τελευταίων δέκα ετών και συγχρόνως γιορτάζει τα διακόσια χρόνια της σύγχρονης ύπαρξής της. Κοινώς η Ελλάδα βρίσκει την αξιοπρέπειά της, όχι μόνον στο παρόν, αλλά και στην Ιστορία της.

Αυτό που μας λείπει είναι η αγάπη γι’ αυτή τη χώρα. Η αναγνώριση της αξιοπρέπειας του «βράχου» που «μιλάει την αρχαία γλώσσα» –παραφράζω τον Σεφέρη– και είναι η πατρίδα μας. Η γενιά του Σεφέρη κατέβαλε μεγάλο τίμημα για να την αγαπήσει. Ο ίδιος έζησε τον ξεριζωμό από τη Μικρά Ασία και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εζησε την ποταπότητα των συγκαιρινών του, τη μικρότητα της πολιτικής ηγεσίας, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να κρατήσει μέσα του ζωντανό το αίσθημά του. Στο Γιοχάνεσμπουργκ, αν δεν κάνω λάθος, ξαναδιαβάζει έπειτα από καιρό τους πρώτους στίχους απ’ την «Ορέστεια» του Αισχύλου –ή μήπως τον «Προμηθέα»;– και του έρχονται δάκρυα στα μάτια.

Η Ελλάδα του Σεφέρη είναι η Ελλάδα της εξωστρέφειας. Ανοιχτή στην Ευρώπη του καιρού του, ανοιχτή όμως και στη μεγάλη μπούκα του σπηλαίου που φιλοξενεί τις λέξεις του. Είναι η Ελλάδα που κατάφερε να διακριθεί με το Νομπέλ. Του ανήκει, όμως για εμάς τους επιγόνους δημιουργεί κάποιες υποχρεώσεις.

Ανήκω σε μια γενιά που αγάπησε την Ελλάδα μέσα από τον Σεφέρη, και άλλους πολλούς. Και αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα περάσουμε αυτό το αίσθημα στους νεότερους. Πώς θα διαμορφώσουμε μια παιδεία που θα μεταδώσει το αίσθημα της αξιοπρέπειας που εμπνέει η ομολογία «Είμαι Ελληνας». Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Δεν λέω υπεροχής. Λέω αξιοπρέπειας. Είναι η διαφορά ανάμεσα στον εθνικισμό και στον πατριωτισμό.

 

πηγή: kathimerini.gr