Όταν λέγεται με ειλικρίνεια, η λέξη συγγνώμη μπορεί να είναι μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο που βλάψαμε με κάποιο τρόπο.

Η συγγνώμη μπορεί να βοηθήσει το πληγωμένο άτομο να απελευθερωθεί από εξουθενωτικά συναισθήματα θυμού, πικρίας και πόνου. Επικυρώνει την πραγματικότητά του, δείχνοντας ότι αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά του και παίρνουμε την ευθύνη για τα λόγια και τις πράξεις μας. Μια ειλικρινής συγγνώμη δίνει στο άτομο που έχει θιγεί τον χώρο να εξερευνήσει δυνατότητες για να το ξεπεράσει, αντί να βασανίζεται να καταλάβει τι συνέβη.

Η συγγνώμη είναι επίσης ένα δώρο στον εαυτό μας. Ο αυτοσεβασμός μας και το επίπεδο της ωριμότητάς μας βασίζονται στην ικανότητα να βλέπουμε τον εαυτό μας αντικειμενικά, να κατανοούμε τους τρόπους που η συμπεριφορά μας επηρεάζει τους άλλους και να αναγνωρίζουμε πότε πράξαμε εις βάρος κάποιου άλλου ανθρώπου. Μια καλή συγγνώμη κάνει τους άλλους να μας βλέπουν με περισσότερο σεβασμό, ακόμα κι αν φοβόμαστε ότι θα συμβεί το αντίθετο.

Τέλος, η καλή συγγνώμη είναι ένα δώρο για τη σχέση. Δύο άνθρωποι μπορούν να νιώθουν ασφαλείς ξέροντας ότι αν συμπεριφερθούν άσχημα, ακόμα και αν μαλώσουν έντονα, συνήθως μπορούν να επιδιορθώσουν την αποσύνδεση. Ενδυναμώνουμε τις σχέσεις μας όταν οι άλλοι ξέρουν ότι είμαστε ικανοί να αναλογιστούμε τη συμπεριφορά μας και να ακούσουμε τα συναισθήματά τους, και ότι θα βάλουμε τα δυνατά μας για να διορθώσουμε τα πράγματα.

Σε αντίθεση με τη βαθιά θεραπευτική δύναμη που κρύβει μια καλή συγγνώμη, μια αποτυχημένη συγγνώμη μπορεί να έχει φοβερό κόστος. Τέτοια παραδείγματα αποτυχημένης συγγνώμης μπορούμε να δούμε στις υποθέσεις σεξουαλικής παρενόχλησης από ισχυρούς άντρες, που έγιναν γνωστές τελευταία. Οι άδειες, περίπλοκες, ιδιοτελείς δημόσιες δηλώσεις συγγνώμης των παραβατών μας παρέχουν ένα καλό παράδειγμα για το πώς μπορεί να λερωθεί μια συγγνώμη.
Η δημόσια συγγνώμη ως παράσταση

Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ειδικός στις συγγνώμες για να καταλάβει πότε αυτή η δήλωση δεν είναι αυθεντική. Αυτές οι αισχρές, ανειλικρινείς δημόσιες δηλώσεις συγγνώμης δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για κάτι. Ακόμα κι αν περιέχουν τις σωστές λέξεις, δεν είναι αρκετό.

Η δημόσια συγγνώμη που ακολουθεί την αποκάλυψη από το θιγόμενο πρόσωπο είναι κατά κάποιο τρόπο μια παράσταση. Τη στιγμή της δημόσιας συγγνώμης, ο φταίχτης θέλει να σώσει τον εαυτό του – μια απόλυτα φυσιολογική ανθρώπινη παρόρμηση. Όμως το πρόσωπο για το οποίο λυπάται ειλικρινά είναι ο ίδιος.

Η δημόσια συγγνώμη διαφέρει από την ιδιωτική και από μια άλλη άποψη. Δεν έχει την πρόθεση να επιδιορθώσει μια σχέση ή να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη. Αντί να προσφέρουν πιστοποιήσεις για τη συγγνώμη τους, αυτοί οι ισχυροί άντρες θα μπορούσαν να συνεισφέρουν σε οργανισμούς και προγράμματα που προστατεύουν τις γυναίκες από σεξουαλική παρενόχληση και φροντίζουν για ασφαλή εργασιακά περιβάλλοντα.

Ίσως δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε αυθεντικές εκφράσεις ενσυναίσθησης και μεταμέλειας τη στιγμή που ο θύτης βλέπει τα επιτεύγματα, τη φήμη, ακόμα και την ταυτότητά του να υποβαθμίζονται στα χειρότερα πράγματα που έχει κάνει. Στο μέλλον, ίσως κάποιοι από τους φταίχτες μπορέσουν να κατανοήσουν τη βλάβη που προκάλεσαν, να νιώσουν λίγο από τον πόνο και να βρουν τον τρόπο να επανορθώσουν.

Η συγγνώμη μας δυσκολεύει

Η ανάλυση των ψεύτικων δηλώσεων συγγνώμης από τα δημόσια πρόσωπα είναι ευκολότερη από το να βελτιωθούμε οι ίδιοι στον τρόπο που ζητάμε συγγνώμη. Είμαστε προγραμματισμένοι να κρατάμε αμυντική στάση και να προστατεύουμε την εικόνα του εαυτού μας. Ο καθένας μας έχει κάποιες σχέσεις ή ειδικές καταστάσεις στις οποίες η συγγνώμη αποτελεί πρόκληση. Κανείς μας δεν μπορεί να αποφύγει τελείως την ολίσθηση σε ασαφή, περίπλοκη γλώσσα, που αποκρύπτει αυτό για το οποίο ζητάμε συγγνώμη.

Μια συγγνώμη που προσφέρεται ολόψυχα δείχνει ότι δίνουμε αξία στη σχέση και αποδεχόμαστε την ευθύνη που μας αναλογεί, χωρίς ίχνος αποφυγής, δικαιολογιών ή κατηγορίας. Μερικές φορές η διαδικασία έχει να κάνει λιγότερο με τη δικαιοσύνη και περισσότερο με τη διάθεση να επενδύσουμε στη σχέση και στην ευτυχία του άλλου προσώπου.

Δεν υπάρχει λίστα με τα σωστά και τα λάθη μιας καλής συγγνώμης, αλλά βοηθάει να έχουμε στο μυαλό μας κάποια βασικά συστατικά. Η καλή συγγνώμη χρειάζεται να παίρνουμε ξεκάθαρα και άμεσα την ευθύνη για αυτά που είπαμε και κάναμε (ή που αποτύχαμε να πούμε και να κάνουμε) χωρίς «αν» και «αλλά», και χωρίς να αναφέρουμε τα λάθη του άλλου προσώπου.

Περιλαμβάνει την ειλικρινή έκφραση ενσυναίσθησης και μεταμέλειας, τη δέσμευση να μην επαναλάβουμε την ίδια συμπεριφορά και, αν είναι απαραίτητο, μια επανόρθωση ή διορθωτική πράξη ανάλογη της βλάβης που προκλήθηκε.

Φυσικά, έχει σημασία ο λόγος για τον οποίο ζητάμε συγγνώμη. Άλλο είναι να ξεχάσουμε να επιστρέψουμε ένα αντικείμενο σε έναν φίλο και άλλο να προδώσουμε έναν δεσμό βαθιάς εμπιστοσύνης. Στη δεύτερη περίπτωση, η συγγνώμη μπορεί να περιλαμβάνει και το να ακούσουμε με ανοιχτή καρδιά τον θυμό του θιγόμενου προσώπου περισσότερες από μία φορές. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο, ή πιο δύσκολο να προσφερθεί, από το να βάλουμε στην άκρη την αμυντικότητά μας και να ακούσουμε αυτού του είδους τον πόνο.

Η ανάγκη για δηλώσεις συγγνώμης και επανόρθωση είναι μοναδικά ανθρώπινη, και για αυτόν που τις προσφέρει και για αυτόν που τις δέχεται. Είμαστε φτιαγμένοι να επιζητούμε τη δικαιοσύνη, κι έτσι νιώθουμε βαθιά την ανάγκη για συγγνώμη όταν χρειάζεται.

Επίσης, είμαστε ατελή όντα, με τάση να κάνουμε λάθη και να κρατάμε αμυντική στάση, έτσι η δυσκολία προσφοράς μια ολόψυχης συγγνώμης επηρεάζει σχεδόν κάθε σχέση. Η προσφορά της συγγνώμης, πέρα από κοινωνική χειρονομία, μπορεί να αποκαταστήσει την αίσθηση ευημερίας και ακεραιότητά μας, όταν ειλικρινά νιώθουμε ότι κάναμε κάτι λάθος.

Οι ιδιωτικές συγγνώμες μας έχουν την προοπτική να επιδιορθώσουν σπασμένες συνδέσεις και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη. Χωρίς την ικανότητα να ζητάμε συγγνώμη και να επανορθώνουμε για τον πόνο που προκαλέσαμε, οι σχέσεις θα ήταν αδύνατες. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε το πώς θα εκληφθεί μια συγγνώμη, και κάποιες συνδέσεις δεν μπορούν να αποκατασταθούν.

Ακόμα κι έτσι, είναι ενδυναμωτικό να ξέρουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα πράγματα, ή τουλάχιστον να ξέρουμε ότι δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας σε μια από τις πιο βασικές προκλήσεις της ζωής.