«Eλα τον Μάρτιο να με ρωτήσεις ξανά». Η προτροπή του κυβερνητικού παράγοντα μαρτυρούσε ότι η παλιά πεποίθηση, ότι η εσωκομματική εκλογή στο Κίνημα Αλλαγής δεν αφορά τη Νέα Δημοκρατία, έχει ξεθωριάσει. Εχει ραγίσει πια η βεβαιότητα ότι τυχόν ανάκαμψη της Κεντροαριστεράς μπορεί να βλάψει μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Οσοι κυβερνητικοί διαβάζουν χωρίς μπλε γυαλιά τις δημοσκοπήσεις βλέπουν ότι τυχόν πασοκική παλινόρθωση θα σημάνει απώλειες και για τους δύο μεγάλους.

Βλέπουν επίσης ότι καλύτερος σπόνσορας του ΚΙΝΑΛ είναι ο Τσίπρας. Δυο χρόνια τώρα, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αποτυγχάνει να εμπεδώσει το κόμμα του στο Κέντρο. Αποτυγχάνει να απευθυνθεί στην πλειοψηφία.

Ακόμη και τα χαμηλά ποσοστά που δίνουν στην αξιωματική αντιπολίτευση οι δημοσκοπήσεις είναι, σύμφωνα με μια εκδοχή, στα άνω όρια της στατιστικής αποτύπωσης. «Το μπούλινγκ της Κουμουνδούρου στους δημοσκόπους πιάνει», λένε.

Ενα κεντροαριστερό κόμμα με ανανεωμένη πρόσοψη θα μπορούσε έτσι να λειτουργήσει ως ταμιευτήρας της αμφίπλευρης δυσαρέσκειας – υποδεχόμενος και τη δυσπιστία προς τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβερνητική φθορά.

Μέχρι τον Μάρτιο –χονδρικά, σε τρεις μήνες από την εκλογή– θα έχει φανεί αν η νέα ηγεσία του ΚΙΝΑΛ μπορεί να αποκτήσει εκτόπισμα σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο. Μετά τον Μάρτιο θα πρέπει να αποδείξει κιόλας ότι μπορεί να σηκώσει το βάρος του ρυθμιστή – να απαντήσει δηλαδή πειστικά στο ερώτημα της διακυβέρνησης, καθώς θα δικαιώνεται η πρόβλεψη ότι το κατώφλι του 38%, που θέτει ο εκλογικός νόμος της Ν.Δ. για την αυτοδυναμία, δεν είναι όσο προσιτό φαινόταν στην αρχή της τετραετίας.

Ωραίες είναι αυτές οι ενατενίσεις. Ωραίες, αλλά για να ακουστούν πειστικές πρέπει να κλείσει κανείς τα μάτια. Πρέπει να μην βλέπει το κάδρο των υποψηφίων. Οι προσδοκίες για το ΚΙΝΑΛ υπάρχουν όχι παρότι, αλλά επειδή το κόμμα είναι ακέφαλο. Οσο παραμένει ακέφαλο, λευκό πανί χωρίς κατασταλαγμένο σχήμα, μπορεί να αντικατοπτρίζει όλες τις φαντασιώσεις.

Στη σκηνή όμως έχουμε δει συγκεκριμένα πρόσωπα. Από τους τρεις επικρατέστερους, ο πιο παλιός δεν θέλει να δείχνει αυτό που είναι· δεν θέλει να θυμίζει τον φθαρμένο εαυτό του. Ο πιο επιθετικός δείχνει τα δόντια του, σαν να ήταν το αντίδοτο στον συριζαϊκό λαϊκισμό ένας πασοκικός εθνικολαϊκισμός. Και ο πιο νέος δεν θέλει να δείχνει τίποτε, για να μπορεί να προβάλλει πάνω του ό,τι θέλει ο καθένας.

Ο προβολέας που θα πέσει πάνω στον νικητή μπορεί να τον αλλάξει. Ακόμη κι αν είναι παλιός, μπορεί να τον φωτίσει από άλλη γωνία.

Για να εκπληρώσει, όμως, ένας από τους τρεις το εγχείρημα της πασοκικής επιστροφής δεν θα χρειαστεί τίποτε λιγότερο από αυτό: μια μεταμόρφωση. Θα χρειαστεί ο νικητής να γίνει ένας άλλος.
Πλάνες

Η διάκριση είναι παλιά, αλλά πάντα φρέσκια: Είναι άλλο ο ανορθολογισμός και άλλο ο αντι-ορθολογισμός. Ο ανορθολογισμός είναι μια πλάνη. Μπορεί να σκιάσει ενίοτε και τα πιο φωτεινά μυαλά. Ο αντι-ορθολογισμός είναι ιδεολογία. Τυφλό μεν, αλλά δόγμα. Στην πανδημική Ελλάδα ο αντι-ορθολογισμός έχει αποδειχθεί σχετικά ακίνδυνος, αν τον συγκρίνει κανείς με τα μαζικά κινήματα σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία ή η Αμερική. Εδώ έχουμε διάσπαρτες εστίες δεισιδαιμονίας. Ακόμη κι όταν εντοπίζονται σε μία περιοχή του κοινωνικού βίου, όπως η Εκκλησία, δεν έχουμε κεντρική γραμμή, αλλά ενοριακές εξάρσεις λοιμώδους κατήχησης. Σοβαρότερο πρόβλημα είναι ο ανορθολογισμός. Αυτός εκδηλώνεται –και εκπέμπεται– από τους επίσημους φορείς υγειονομικής καθοδήγησης, που απαιτούν από την κοινωνία να φέρεται ορθολογικά, ενώ οι ίδιοι υποπίπτουν σε γλωσσοδέτες για να καλύψουν τις αντιφάσεις τους: Πόσο ορθολογικό είναι να λες ότι είναι θεμιτή η υποχρεωτικότητα στους ευπαθείς, αλλά αθέμιτη στους –θέσει μεταδοτικούς– μπάρμαν; Πόσο ορθολογικό είναι να ζητάς υποχρεωτικότητα για τους αστυνομικούς, αλλά την καταγγέλλεις ως αντισυνταγματική στους άνω των 60;
Κορωνοτούμπα

Πώς το λέγαμε τότε στα μνημόνια, όταν εφαρμόζαμε τελικά αυτά που ξορκίζαμε;

 

πηγή: kathimerini.gr