Δεν έχει σημασία μόνο να κερδίζεις τις μάχες που δίνεις. Ιση σημασία έχει και να ξέρεις ποιες μάχες να μη δώσεις. Αυτή τη συντηρητική τακτική φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση στο τέταρτο κύμα της πανδημίας. Το δόγμα θα μπορούσε να συνοψιστεί και έτσι: Γιατί να πάρουμε μέτρα που ξέρουμε πως δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε;

Γιατί να επεκτείνουμε την υποχρεωτικότητα όταν ξέρουμε, από την εφαρμογή της στους υγειονομικούς, ότι το αυτί των αρνητών δεν ιδρώνει; Γιατί να επιβάλουμε περιορισμούς ενώ μετράμε ότι η κοινωνία δεν έχει πια τη βούληση να συμμορφωθεί;

Το ίδιο σκεπτικό οδήγησε και στην απόφαση για εξαίρεση των ναών από τους ελέγχους. Τυχόν προσπάθεια να ελέγχονται οι είσοδοι των εκκλησιών κινδύνευε να εξελιχθεί σε φάρσα που θα αποδομούσε όλο το πλέγμα των υγειονομικών κανόνων.

Αν επιστρατευόταν η αστυνομία, θα μπορούσε μάλιστα να στηθεί και το σκηνικό μιας αναμέτρησης τύπου «ταυτοτήτων» – το ποίμνιο απέναντι στην πολιτεία. Ο,τι χρειάζονται, δηλαδή, οι ρασοφόροι αντιεμβολιαστές για να πραγματώσουν τον παπουλάκειο ιδεασμό τους.

Σε μικρότερη κλίμακα, η κυβέρνηση είχε ζήσει τέτοιες αποτυχίες –από τους ναούς μέχρι τα μπιτς μπαρ– στα προηγούμενα κύματα. Η de facto αδυναμία εφαρμογής των μέτρων κατέληγε πάντα σε απονομιμοποιητικούς κλονισμούς της υγειονομικής πολιτικής – και σε παράπλευρο πολιτικό κόστος. Αυτή τη φορά ο πρωθυπουργός το είπε ασυνήθιστα ωμά: Αν υπήρχε τρόπος να το εφαρμόσουμε (το rapid test στους πιστούς), «δεν θα ήμουν αρνητικός».

Η εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου, που συνιστούσε πατρικά στους πιστούς αυτό που η πολιτεία αδυνατούσε να τους επιβάλει, έδωσε την εντύπωση ότι η κυβέρνηση κινήθηκε πιο συντηρητικά ακόμη και από την Ιεραρχία. Η εκδοχή του Μαξίμου είναι ότι η ποιμαντορική σύσταση προέκυψε έπειτα από κυβερνητική ώθηση. Αντί να διακινδυνεύσουν μια μάχη γοήτρου με τον κλήρο, προτίμησαν τα τηλέφωνα της προληπτικής συνεννόησης.

Με αυτή τη μέθοδο, του επιτήδειου συντηρητισμού, η κυβέρνηση εκτιμά ότι εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία των εμβολιασμένων, χωρίς να πιέζει δυσανάλογα τις μειοψηφίες των ανεμβολίαστων.

Και πάλι ο πρωθυπουργός ερμήνευσε αυθεντικά τον εαυτό του – μιλώντας για τη δημόσια τάξη: «Είμαστε με τον νοικοκυραίο», είπε. Οχι με τον διαρρήκτη. Είμαστε με τον μανταλωμένο κοσμήτορα. Οχι με τους μπάχαλους που τον μαντάλωσαν.

Θα μπορούσε απλώς να πει: Είμαστε με τους πολλούς.

Ακούγεται απλοϊκό, αλλά αποδίδει. Οταν ο αντίπαλός σου πάει κι εγκλωβίζεται κάθε φορά μόνος του στο μειοψηφικό περιθώριο, σου αρκεί η ακροποδητί παράκαμψη του ναρκοπεδίου. Η ισχύς της ησυχίας του νοικοκυραίου.

πηγή: kathimerini.gr