Ηταν νύχτα μαύρη. Το τελευταίο δελτίο Τύπου διά του οποίου το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη επανανταπαντούσε στον δήμαρχο Αθηναίων εξεδόθη λίγο πριν από τις δέκα το βράδυ της Τρίτης. Η ανταλλαγή πυρών είχε αρχίσει να παίρνει χαρακτήρα μικροπολιτικού ξενυχιάσματος.

Κώστας Μπακογιάννης: Ανασφάλειες-1Αν αφήσει κανείς στην άκρη τις ιδιοσυγκρασιακές παραμέτρους που βοήθησαν στη δραματοποίησή της, η αντιπαράθεση θα συνοψιζόταν ως εξής: Ο Μπακογιάννης διαπιστώνει επιστροφή της ανασφάλειας στο κέντρο. Μετά μια περίοδο σχετικής προόδου στην αστυνόμευση –με εμβληματικό παράδειγμα τα Εξάρχεια–, λέει ότι η κατάσταση είχε αρχίσει σταδιακά να επιδεινώνεται. Πράγμα που αποδίδεται στην αραίωση των περιπολιών σε γειτονιές όπως ο Αγιος Παντελεήμονας. Το υπουργείο απαντά ότι οι επιχειρήσεις της Αστυνομίας δεν έχουν μειωθεί. «Σκούπες» γίνονται. Οι ad hoc καταδρομές δεν ταυτίζονται όμως με τη καθημερινή φύλαξη που εμπεδώνει το αίσθημα της ασφάλειας.

Το επιχειρησιακό ερώτημα είναι αν, τουλάχιστον, δήμος και κυβέρνηση συμφωνούν ότι το πρόβλημα στο κέντρο έχει υποτροπιάσει. Οι απαντήσεις που ακούει κανείς δεν συμπίπτουν. Κυμαίνονται από το «πάμε πολύ χειρότερα» μέχρι το «τα πράγματα έχουν στρώσει», αλλά «πάντα υπήρχαν δύσκολες γειτονιές στην Αθήνα».

Η δημόσια κόντρα και το πολιτικό πρόβλημα.

Το πολιτικό ερώτημα είναι γιατί η σχέση του υπουργείου με τον δήμο έφτασε να κακοφορμίσει τόσο. Κυβερνητικοί παράγοντες επέμεναν ότι λειτουργούν κανάλια συνεργασίας, με μεικτές ομάδες δήμου – υπουργείου και Μαξίμου, που ασχολούνται με συγκεκριμένα προβλήματα της Αθήνας, όπως το παρεμπόριο. Γι’ αυτό εξέφραζαν –επιεικώς– έκπληξη για το ωμό διάβημα του Μπακογιάννη. Το υπουργείο απάντησε ότι με την ασφάλεια της πρωτεύουσας ασχολείται σταθερά ο υφυπουργός. Ο υπουργός έχει άλλες προτεραιότητες, όπως καταγράφονται και στον λογαριασμό του στο Twitter.

Η δυσκολία συνεργασίας, πάντως, φαίνεται να περιορίζεται μόνο στη σχέση της Κατεχάκη με την Αθήνα. Οι δήμαρχοι της νότιας Αττικής είναι, λένε, ενθουσιασμένοι από την ανταπόκριση του υπουργείου στα αιτήματά τους. Η ένταση φορτώνεται έτσι όχι μόνο με εκλογικές σκοπιμότητες, αλλά και με προσωπικές –εξ αίματος– πικρίες.

Αυτές οι σαπουνοπερετικές σκιές συσκοτίζουν το πολιτικό πρόβλημα: Η κυβέρνηση επωμίζεται πολιτικό κόστος από εξωγενείς κρίσεις, τις οποίες χρεώνεται, παρότι δεν μπορεί μόνη να τιθασεύσει. Μάλλον δεν έχει την πολυτέλεια να χάνει πολιτικό κεφάλαιο και σε εσωτερικά πεδία, στα οποία είχε επενδύσει προγραμματικά, όπως η δημόσια τάξη – στις πόλεις, αλλά και στα προσφάτως αναζωπυρωθέντα πανεπιστήμια.

Ο,τι συμβαίνει σε μια γειτονιά της πρωτεύουσας μπορεί να έχει πολιτική ακτινοβολία σε όλη τη χώρα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς σε ποιους δρόμους επωάστηκε η Χρυσή Αυγή· σε ποιους δρόμους εκστρατεύουν ήδη οι αποπεμφθέντες από τη Ν.Δ. θηρευτές του φόβου.

Ποιος υπονομεύει, λοιπόν, την κυβέρνηση; Αυτός που ξορκίζει την ανασφάλεια ή αυτός που την επισημαίνει;

πηγή: kathimerini.gr