Σήμερα θα συζητηθεί το θέμα του κατώτατου μισθού και τις επικείμενης αύξησης. Ο πρωθυπουργός θα συναντηθεί με τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων το μεσημέρι.

Ειδικότερα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα έχει στις 12:30 συνάντηση, στο Μέγαρο Μαξίμου, με τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστή Χατζηδάκη, για το ζήτημα της αύξησης του κατώτατου μισθού.

Υπενθυμίζεται πως η αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται από την 1η Μαΐου, όπως έχει διαμηνύσει ο πρωθυπουργός από τη Βουλή.

Όπως είχε αναφέρει, από την 1η Μαΐου αυξάνεται σημαντικά ο κατώτατος μισθός τη στιγμή που όπως είχε πει η ανεργία έπεσε από το 17,2% έπεσε στο 12,8% τον τελευταίο μήνα που έχουμε διαθέσιμα στοιχεία.

«Είναι η μεγαλύτερη και ταχύτερη αποκλιμάκωση σε όλη την Ευρώπη κάτι που σημαίνει ότι αυτό το διάστημα δημιουργείται ήταν παραπάνω από 200.000 νέες θέσεις εργασίας και ξεπεράσαμε το όριο των 4 εκατομμυρίων απασχολουμένων», είχε τονίσει επίσης ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Τα σενάρια για την αύξηση

Ο υπουργός Εργασίας, Κωστής Χατζηδάκης που έλαβε στα χέρια του την Παρασκευή το πόρισμα του ΚΕΠΕ (τελευταίο στάδιο της διαβούλευσης) διευκρίνισε ότι η εισήγησή του προς το υπουργικό Συμβούλιο θα γίνει μετά τις εορτές του Πάσχα, την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου.

Οι ενδείξεις είναι ότι η κυβερνητική εισήγηση θα κινηθεί μεταξύ 6% και 7%, πέραν του 2% που δόθηκε κατά την 1η.1.2022. Με βάση το σενάριο για αυξήσεις 6%-7%, ο κατώτατος μισθός από 663 ευρώ που είναι σήμερα θα διαμορφωθεί στα 703 έως 710 ευρώ, σύμφωνα με την «Ημερησία».

Τι ισχύει για τις τριετίες

Υπενθυμίζουμε ότι με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου του 2012 (δεύτερο μνημόνιο) πάγωσαν οι τριετίες με αποτέλεσμα να σταματήσει η εξέλιξή τους το Φεβρουάριο του εν λόγω έτους. Αυτό σημαίνει ότι αν ο αμειβόμενος με τον κατώτατο μισθό (που τότε είχε μειωθεί στα 586 ευρώ) είχε προλάβει να κατοχυρώσει την πρώτη τριετία, εξακολουθούσε να παίρνει την ανάλογη προσαύξηση 10%. Ωστόσο, δεν μπορούσε να διεκδικήσει προσαύξηση για τη δεύτερη και την τρίτη τριετία.

Αντίθετα, οι εργαζόμενοι που προσλήφθηκαν μετά την εφαρμογή του νόμου έχασαν το δικαίωμα της προσαύξησης του μισθού τους λόγω προϋπηρεσίας με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να αρκούνται στον κατώτατο μισθό ο οποίος σύμφωνα με τους δανειστές έπρεπε να καταβάλλεται ως «μοναδιαία αξία», χωρίς να προσμετρώνται σε αυτόν τα χρόνια προϋπηρεσίας ή το έτος πρόσληψης.

Αυτή εξάλλου (η καταβολή του μισθού ως μοναδιαία αξία) είναι και η διαφορά «ερμηνείας» της νομοθεσίας, που οδήγησε τον ΣΕΒ να προσφύγει στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση της υποχρέωσης καταβολής των τριετιών.

Το ΣτΕ απέρριψε τελικά την αίτηση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών για τυπικούς λόγους, τονίζοντας ότι η εγκύκλιος του 2019 της τότε υπουργού Εφης Αχτσιόγλου είναι καθαρά ερμηνευτική και δεν μπορεί να προσβληθεί στο ΣτΕ. Δηλαδή απάντησε ότι δεν μπορεί να κρίνει νομικά την εγκύκλιο Αχτσιόγλου.

Ωστόσο, ουσιαστικά δεν τάχθηκε υπέρ της κατάργησης των τριετιών, γεγονός που στην πράξη οδηγεί στη διάσωσή τους.

Αλλά και το υπουργείο Εργασίας έχει ταχθεί ξεκάθαρα υπέρ της διατήρησης των τριετιών, διατυπώνοντας τη θέση του ενώ επισημαίνει ότι δεν απαιτείται νέα νομοθετική παρέμβαση, καθώς οι τριετίες σχετίζονται με το νόμο που τις θέσπισε και όχι με τον κατώτατο μισθό.