Eλπίδες για µια διέξοδο από την πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία φαίνονται στον ορίζοντα, καθώς έτσι όπως έχει εξελιχθεί η βάρβαρη ρωσική εισβολή, μια συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ του προέδρου Ζελένσκι και του προέδρου Πούτιν δεν θα έδινε μόνον ένα τέλος στα βάσανα του ουκρανικού λαού, αλλά και τη δυνατότητα κανένας από τους δύο εμπολέμους να μη βγει ηττημένος.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία με 150.000 στρατιώτες και εκατοντάδες τανκς πιστεύοντας ότι η αντίσταση που θα συναντούσε θα ήταν αναιμική κι ότι θα κατακτούσε με στρατιωτική παρέλαση τη χώρα μέσα σε ελάχιστα 24ωρα. Πάνω από δύο εβδομάδες μετά, με χιλιάδες νεκρούς στρατιώτες (οι πληροφορίες λένε ότι οι απώλειες του ρωσικού στρατού μπορεί να φτάνουν τις 4.000), χωρίς την κατάληψη των μεγάλων πόλεων –πλην της Χερσώνας–, η κατάσταση είναι μάλλον απογοητευτική για τη θρυλούμενη πανίσχυρη ρωσική πολεμική μηχανή. Και θα αγγίζουν τον κάθε Ρώσο εάν οι σκληρές οικονομικές κυρώσεις της διεθνούς κοινότητας κρατήσουν επί μακρόν.

Εάν, ωστόσο, η ουκρανική πλευρά δεχθεί σύντομα μια εκεχειρία συμφωνώντας ότι εγκαταλείπει τις φιλοδοξίες της να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ, αποδεχθεί την ανεξαρτησία της Κριμαίας αλλά και κάποιου είδους αυτονομία για τους δύο αποσχιστικούς θυλάκους στο Ντονμπάς, τότε ο πρόεδρος Πούτιν θα μπορούσε να υποστηρίξει στους Ρώσους πολίτες ότι με την εισβολή πέτυχε την προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών στην Ουκρανία και έβαλε «φρένο» στην επέκταση του ΝΑΤΟ, ενώ πέρασε σε όλους το μήνυμα ότι για αποφάσεις που θα αφορούν τη γειτονιά της Ρωσίας θα πρέπει να ζητούν και τη γνώμη της Μόσχας.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Ζελένσκι –που είναι αναμφισβήτητα το σύμβολο της αντίστασης όχι μόνο για την Ουκρανία, αλλά και για ολόκληρο τον πλανήτη– θα μπορεί να πει στους συμπολίτες του ότι η ουκρανική πλευρά είχε τεράστιες καταστροφές και εκατοντάδες αθώα θύματα, αλλά ανάγκασε τη «ρωσική αρκούδα» να υποκλιθεί μπροστά στη γενναιότητα του ουκρανικού λαού. Με μια εκεχειρία –εδώ και τώρα– σώζονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές που θα χαθούν εάν ο πόλεμος συνεχιστεί επ’ αόριστον. Ετσι κι αλλιώς, με τη σθεναρή αντίσταση που κράτησε ο ουκρανικός λαός υποχρέωσε όλο τον κόσμο να σταθεί στο πλευρό του και άνοιξε τον δρόμο για την ανεμπόδιστη πορεία της Ουκρανίας προς την Ευρωπαϊκή Ενωση και τη Δύση.

Αντί ο Πούτιν να διατηρήσει την εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από το ρωσικό φυσικό αέριο, τη σταμάτησε.

Ενισχυμένες χωρίς καμία αμφιβολία από μια εκεχειρία στη σημερινή συγκυρία θα είναι και οι ΗΠΑ, αφού έγινε ήδη σαφές ότι η μόνη αξιόπιστη στρατιωτική συμμαχία στον πλανήτη είναι το ΝΑΤΟ, όπου η Ουάσιγκτον παίζει τον κορυφαίο ρόλο. Θα γινόταν επίσης σαφές ότι η ισχυρή αντίδραση των χωρών του ΝΑΤΟ απέτρεψε τα χειρότερα και υποχρέωσε τον Πούτιν να συνθηκολογήσει μια ώρα αρχύτερα και να ξεχάσει τις πυρηνικές απειλές του.

Ενισχυμένη από μια εκεχειρία βγαίνει και η Ευρώπη, η οποία μπροστά στην κατάφωρη αδικία και την παραβίαση του διεθνούς δικαίου υποχρεώθηκε να ξυπνήσει από τον λήθαργο της ευδαιμονίας της και των τοπικών συμφερόντων της. Και κάνοντας στροφή 180 μοιρών συμφώνησε σε ισχυρά οικονομικά αντίποινα κατά της Ρωσίας αλλά και σε στενότερη συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ανάπτυξη κοινής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, καθώς και σταδιακής ενεργειακής απεξάρτησής της από τρίτες χώρες.

Η Δύση θα μπορεί επίσης να υποστηρίξει βασίμως ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης άφησε οδό διαφυγής στον Πούτιν για να δεχθεί μια διαμεσολάβηση, αρνούμενη τη μεταφορά των πολωνικών MiG-29 στην Ουκρανία, που θα οδηγούσε στην κλιμάκωση του πολέμου. Ακόμη, ότι ενώ στήριξε με χρήματα και όπλα τους Ουκρανούς για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική εισβολή, συγκράτησε τον πρόεδρο Ζελένσκι να μη διεκδικήσει μαξιμαλιστικές θέσεις για τη χώρα του και να αναζητήσει μια συμβιβαστική λύση.

Επί της ουσίας ο μεγάλος χαμένος από τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ο πρόεδρος Πούτιν και ο αυταρχικός τρόπος διακυβέρνησής του. Αντί να αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, το στήριξε. Αντί να διατηρήσει την εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από το ρωσικό φυσικό αέριο, τη σταμάτησε. Αντί να ενισχύσει το κύρος του, το καταρράκωσε – όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις. Η στάση του μπορεί να συσπείρωσε ένα μέρος του ρωσικού πληθυσμού που γοητεύεται από τα εθνικιστικά χαρακτηριστικά της διακυβέρνησής του, ωστόσο εξαγρίωσε όλους τους Ρώσους που ζητούν περισσότερη δημοκρατία και λογοδοσία στη διακυβέρνηση.

 

πηγή: kathimerini.gr