Τα αίτια της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία είναι, κατά τις διεθνολογικές αναλύσεις, αναρίθμητα, εξ αυτών δε άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο επικρατέστερα· η μη συμμετοχή των αμυνομένων στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, η προκλητική στάση των Αμερικανών, η τσαρική διάθεση του προέδρου Πούτιν και ο συνακόλουθος οραματισμός μίας σύγχρονης αλλά γεωγραφικώς όμοιας ΕΣΣΔ κ.ο.κ.

Αρνούμαι, ωστόσο, κατηγορηματικώς να υπεισέλθω στη διερεύνηση και αποδελτίωση στο παρόν άρθρο των κινήτρων που οδήγησαν τη Μόσχα να εισβάλει στο Κίεβο. Την εργασία αυτή συνειδητώς αφήνω στους καθ’ ύλην πιο αρμοδίους εμού διεθνολόγους, οι οποίοι επί δεκαήμερο έχουν καταβαραθρώσει τους λοιμωξιολόγους από το τηλεοπτικό προσκήνιο.

Ότι η εισβολή των Ρώσων δημιούργησε μία εκτεταμένη και μείζονος σημασίας ανθρωπιστική κρίση αποτελεί γεγονός, επί του οποίου δε χωρεί ούτε ψήγμα αμφισβητήσεως. Ομοίως, ουδεμία αμφιβολία χωρεί εις το ότι η ρωσική εισβολή πέτυχε μία ένωση, μία άτυπη συμφιλίωση και σύμπνοια απόψεων, η οποία, υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν όχι μόνο αδύνατη, αλλά και απλώς η συζήτηση γύρω από αυτή θα άγγιζε τα όρια ακραίας επιστημονικής και λογοτεχνικής φαντασίας. Αναφέρομαι, βεβαίως, στην πρωτοφανή συσπείρωση των ακροαριστερών και ακροδεξιών πολιτών, όχι πολιτικών ένεκα τηρήσεως της ενδεδειγμένης για την εποχή πολιτικής ορθότητας, σε ένα «στρατόπεδο» που υποστηρίζει ή έστω κωλύεται και επιμόνως αποφεύγει να καταδικάσει τη στάση των Ρώσων, αφήνοντας συνειδητώς ασχολίαστη τον διαχωρισμό των κρατών σε φιλειρηνικών, φιλορωσικών και ουδέτερων.

Πώς επετεύχθη, όμως, αυτή η ουσιαστικώς αδύνατη ταύτιση απόψεων; Την απάντηση μας τη δίνει ο αρχαίος φιλόσοφος Δημόκριτος. Αἱ περί τι σφοδραὶ ὀρέξεις τυφλοῦσιν εἰς τἆλλα τὴν ψυχὴν· ελληνιστί, οι σφοδρές επιθυμίες για ένα πράγμα τυφλώνουν την ψυχή για άλλα πράγματα. Εάν, τώρα, τις σφοδρές επιθυμίες τις μεταφράσουμε ολίγον τι ελεύθερα σε ιδεοληψία και τα άλλα πράγματα σε αντικειμενική κρίση, τότε έχουμε ξεκάθαρη απάντηση στο αρχικό ερώτημα.

Η ιδεοληψία απενεργοποιεί άπαξ και διά παντός την αντικειμενική κρίση.
Ειρήσθω εν παρόδω, η ιδεοληψία δε γνωρίζει κατευθύνσεις, αλλά οπωσδήποτε λατρεύει τα άκρα και τα εκ δεξιών και τα εξ ευωνύμων.
Για τους μεν ακροδεξιούς οπαδούς του Πούτιν, η Ρωσία είναι εκείνος ο ομόδοξος σύμμαχος της Ελλάδος που άνευ αντιλογίας και ανιδιοτελώς θα σταθεί στο πλευρό της σε κάθε κρίσιμη κατάσταση. Η νοοτροπία αυτή είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία και ιστορικώς πρωτοεμφανίζεται στην εποχή της ηρωικής Επαναστάσεως του 1821, ενώ ταυτόχρονα γύρω από αυτή έχει δημιουργηθεί ένας αστικός θρύλος περιέχων μαρμαρωμένους βασιλιάδες, άνευ όρων παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως από τη Ρωσία στην Ελλάδα και ένα σωρό άλλα μυθιστορηματικά γεγονότα και συνωμοσιολογιακές θεωρίες. Γι’ αυτή τη μερίδα των πολιτών, η καταδίκη της Ρωσίας για τα εγκλήματά της επί του ουκρανικού εδάφους μπορεί να διαρρήξει τις «άριστες» ελληνορωσικές σχέσεις και να μας στερήσει την πολυπόθητη ρωσική βοήθεια, η οποία δύο αιώνες τώρα μας γυροφέρνει, αλλά τελικώς ποτέ δε μας επισκέπτεται. Τουναντίον, το ρωσοτουρκικό εξοπλιστικό αλισβερίσι των τελευταίων ετών αποτελεί τα τελευταία χρόνια παγιωμένη κατάσταση.

Από την άλλη πλευρά, η αδυναμία των ακροαριστερών να καταδικάσουν την επεκτατική και εγκληματική πολιτική της Ρωσίας πηγάζει από τα κατάλοιπα της πάλαι ποτέ ρομαντικής παραλληλίσεως της Μόσχας με τη μητέρα του κομμουνισμού, τον οποίον στην Ελλάδα έχουμε την τάση να νοσταλγούμε εκ του ασφαλούς, υπό την έννοια ότι δεν τον έχουμε βιώσει ποτέ εν τοις πράγμασι, χωρίς να υπολογίζουμε απτά παραδείγματα άλλων χωρών, όπως λ.χ. η Κίνα, η Βόρειος Κορέα κ.λπ. Εν ολίγοις, το φάντασμα του κομμουνισμού και του σοβιετικού πνεύματος που περιπλανάται στους κρύους δρόμους της Μόσχας είναι ικανό να απενοχοποιεί τη Ρωσία στις συνειδήσεις όλων εκείνων που το νοσταλγούν, το υμνούν και το επαινούν, χωρίς βεβαία να τον έχουν βιώσει ποτέ.

Επιδιώκοντας μία επιλογική γενίκευση, τα ακροαριστερά και ακροδεξία εκείνα στοιχεία, που αδυνατούν να χαρακτηρίσουν ως εγκληματική τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ορμώνται εξ ενός κοινού μετώπου: την απέχθειά τους για τον δυτικό τρόπο ζωής και τη Δύση καθαυτή. Ο ίδιος ο γράφων, αρνητής ων και του ισοπεδωτικού για την εθνική ταυτότητα εκάστου έθνους άκρατου δυτικισμού και της συνακόλουθης απόλυτης παγκοσμιοποιήσεως, βρίσκομαι εντούτοις στη θέση να αντιληφθώ πως η αποκήρυξη του δυτικού status quo δε δύναται επ’ ουδενί λόγω να αποτελεί πλυντήριο για τα άπλυτα ενός επηρμένου δικτάτορα, ιδίως όταν οι ενέργειές του φέρνουν μικρά παιδιά και άμαχο πληθυσμό στο μάτι ενός επεκτατικού, μάταιου και μισαλλόδοξου πολεμικού κυκλώνα.