Πλησίστιοι πορευόµαστε προς νέα κλιμάκωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σε μια εποχή μοναδικής αστάθειας, μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν να ανατρέψει τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων εξουθενώνοντας στρατιωτικώς τη Ρωσία, προσβλέποντας σε καθεστωτική αλλαγή και απομάκρυνση του Ρώσου ομολόγου του από την εξουσία, καθώς και στην ανάσχεση της οικονομικής και στρατιωτικής μεγεθύνσεως της Κίνας.

Το θέμα όμως δεν είναι η μεγάλη σκακιέρα, όπου διαμορφώνεται η νέα παγκόσμια τάξη, αλλά η αταξία στο περιφερειακό επίπεδο, όπου ανήκουν η Ελλάδα και η Τουρκία – δύο άνισες πολιτικές οντότητες από άποψη γεωγραφικής εκτάσεως, πληθυσμιακής, στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, αλλά κυρίως με διαφορετική ιστορική διαδρομή.

Ενώπιον αυτής της μείζονος προκλήσεως μιας ριζοσπαστικής ανατροπής σε επίπεδο παγκόσμιο, ο Ελληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης υιοθέτησε ανεπιφύλακτα την αμερικανική πολιτική έναντι της Ρωσίας, και για τον λόγο αυτόν ελέγχεται από την αξιωματική αντιπολίτευση και από τα άλλα μικρότερα κόμματα.

Αλλά δεν καινοτόμησε ο κ. Μητσοτάκης. Το δόγμα περί της απολύτου υπαγωγής της Ελλάδος στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας διαμορφώθηκε –μετά τον οικτρό ανταρτοπόλεμο– από τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο, την άνοδο του οποίου στην εξουσία προώθησε η Ουάσιγκτον παρά τις αντιρρήσεις του Βασιλέως Παύλου.

Η στάση όμως του κ. Μητσοτάκη υπαγορεύθηκε και από λόγους ιστορικούς. Ο αγώνας της ανεξαρτησίας των Ελλήνων πριν από 200 χρόνια ήταν δίχως αμφιβολία επικός και συνεπήρε τους λαούς της Ευρώπης και τελικώς τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης.

Η δημιουργία, όμως, του Βασιλείου της Ελλάδος ήταν ένα επεισόδιο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Τη δε ασφάλεια του νέου κράτους εγγυήθηκαν οι «τρεις προστάτιδες δυνάμεις» – Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία. Η ένταξη της χώρας μας στο ΝΑΤΟ τη διασφάλισε από την απειλή της ΕΣΣΔ και των συμμάχων της. Η δε προσχώρηση της Ελλάδος στην Ε.Ε. αποτελούσε περαιτέρω διασφάλιση. Καταφύγιο ασφαλείας αναζητεί μονίμως η Ελλάς.

Αλλα ισχύουν, πάντως, στην Τουρκία. Και εάν ο σημερινός της πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διακρίνεται σε κάτι από τους προηγούμενους πολιτικούς είναι ότι συνένωσε σε μία ενότητα δύο αντίθετες ιστορικές ροπές αυτής της χώρας – την οθωμανική και την κεμαλική. Ή αυτό τουλάχιστον επιχειρεί.

Η προσπάθεια του κ. Ερντογάν να αναδείξει την Τουρκία σε περιφερειακή δύναμη είχε κάποια συγκεκριμένα αποτελέσματα. Εκτός από την έντονη παρουσία της στην Ουκρανία, σήμερα η Τουρκία είναι η μόνη χώρα του ΝΑΤΟ στρατιωτικώς παρούσα στη Συρία και τη Λιβύη, και λειτουργεί ως ανάχωμα στην επέκταση της ρωσικής επιρροής. Κάποιοι υποστηρίζουν μάλιστα ότι η Τουρκία συγκροτεί την «καταδρομική» δύναμη της Δύσεως.

Η συμβολή της Ελλάδος στη μετωπική αντιπαράθεση της Δύσεως με τη Ρωσία βεβαίως και εκτιμάται από την Ουάσιγκτον. Αλλά και ο κ. Ερντογάν δεν είναι ο παρίας και ταραχοποιός του ΝΑΤΟ. Εξ ου και οι προτροπές των ΗΠΑ για ειρηνική επίλυση των διαφορών, η κλιμακούμενη ένταση και ό,τι τελικώς προκύψει. Κάποια πράγματα φαίνεται πως δεν αλλάζουν ποτέ.

πηγή: kathimerini.gr