Ένας ποιητής γνωστός σε όλους τους Έλληνες και όχι μόνο, με διαφορετικό, πλην όμως μοναδικό στυλ γραφής. Κάτι λιγότερο γνωστό, είναι πως ο ποιητής του Μαραμπού έχει γράψει για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, έναν πόλεμο που βίωσε από διάφορα πόστα,τον σημάδεψε και αποτέλεσε εφαλτήριο λογοτεχνικής έμπνευσης. Ας δούμε λοιπόν την θέση του «Κόλια» ( χαϊδευτικό του Νίκος στα ρωσικά- το παρανόμι του) στην ελληνική εποποιΐα των βουνών της Αλβανίας.

Ο Καββαδίας, ποιητής της θάλασσας, βρέθηκε το 1940 να πολεμά στη στεριά. Από τις 29 Οκτωβρίου 1940 έως τις 5 Φεβρουαρίου 1941 υπηρετεί στην 3η μοίρα ημιονηγών-τραυματιοφορέων. Ο ίδιος αυτοσαρκάζεται για την ικανότητά του σε αυτή τη θέση σε ένα από τα ελάχιστα πεζά του κείμενα με τίτλο «Του πολέμου»:

«Κείνο το χειμώνα σαλαγούσα ένα φορτωμένο μουλάρι στους κατσικόδρομους της παραλιακής Αλβανίας. Λένε πως το ζώο με πήγαινε και με κυβερνούσε. Το ίδιο μού κάνει«.

Να σημειωθεί πως το συγκεκριμένο λογοτέχνημα αφηγείται την φιλοξενία ενός Έλληνα στρατιώτη από κάποιον Αρβανίτη, ενώ έχει γυριστεί και σε ταινία. Κάποια στιγμή, το μουλάρι του ημιονηγού Καββαδία αντικαταστάθηκε από ένα άτυχο άλογο το οποίο ο ποιητής αποχαιρετά στο δεύτερο διήγημά του με τίτλο «Στο άλογό μου»:

«Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη […]. Ακούσαμε μαζί το θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο […]. Αξαφνα έπεσες. Πέσαμε, θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώθεις καλά πως δεν φταίω […]. Εμεινα δίπλα σου ολόκληρη τη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος […]. Φυλάω ακόμα το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου […] Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μού είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σού ξαναγράψω!…«.

Στις 6 Φεβρουαρίου του 1941, λόγω της ειδικότητάς του ως ασυρματιστής, μετατίθεται στον σταθμό υποκλοπών της ΙΙΙ Μεραρχίας, στον 3ο λόχο διαβιβάσεων απ’όπου και απολύεται την 1η Μαΐου 1941, καθώς η Ελλάδα έχει πλέον υποδουλωθεί στους Γερμανούς. Κατά την διάρκεια της Κατοχής παρέμεινε στην Αθήνα και εντάχθηκε στο ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών. Μετά το τέλος του πολέμου, μπαρκάρει ξανά στα αγαπημένα του πλοία. Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε την εντύπωση που προκάλεσε το μέτωπο στον Καββαδία, αυτό θα γινόταν με τις αδρές γραμμές της «Βάρδιας»:

«Μουσκεμένος, νηστικός και ατσίγαρος. (…) Βλέπω ένα φαντάρο να μου κόβει το δρόμο. (…) Ανοιξε το σακίδιο και μου ‘δωσε ένα κομμάτι κουραμάνα. Κίνησε να φύγει, μα ξαναγύρισε. Ανοιξ’ ένα πακέτο νούμερο δέκα και μου ‘δωσε ένα τσιγάρο. (…)

— Πώς σε λένε; του φώναξα. Στάσου…

— Φαντάρο με λένε (…)»

Επιμέλεια: Αναστάσιος Καρδαμάκης, φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών