Οι Ελληνίδες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα έναν αιώνα μετά την καθιέρωση της (ακόμη και σήμερα ως συχνά παρουσιαζόμενης ως) «καθολικής» ψηφοφορίας στην Ελλάδα. Ενώ η ανδρική ψήφος κατοχυρώθηκε ήδη με το Σύνταγμα του 1864, χωρίς να υπάρχει ρητή διάταξη που να αποκλείει τις γυναίκες, αφού, με τα δεδομένα της εποχής, κάτι τέτοιο ήταν αυτονόητο, η γυναικεία έπρεπε να περιμένει ως το 1952. Με καθυστέρηση σε σχέση με άλλες Ευρωπαίες, τόσο το δικαίωμα της ψήφου στις Ελληνίδες, όσο και τα υπόλοιπα πολιτικά δικαιώματα που κατοχύρωναν τη δυνατότητα πρόσβασης τους στα όργανα και τις λειτουργίες του κράτους, θεσμοθετηθήκαν κυρίως ως απόρροια διεθνών πιέσεων, όταν, λόγω της πολιτικής συγκυρίας, δεν τα διεκδικούσαν μαχητικά πλέον.

Η κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών-που εξυπηρέτησε και την απόκτηση μιας επίφασης δημοκρατικότητας από το μετεμφυλιακό πολιτικο σύστημα που την είχε ιδιαίτερη ανάγκη – έγινε με ερμηνευτική δήλωση στο Σύνταγμα του 1952, σχετικά με τη δυνατότητα καθορισμού του εκλογικού δικαιώματος των γυναικών με νόμο. Κάτι που έγινε τον Ιούνιο του 1952 σε κλίμα πολιτικής συναίνεσης, ενώ οι γυναίκες δεν ψήφισαν στις εκλογές της ίδιας χρονιάς, διότι «δεν προλάβαιναν να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους».

Το 1952, αναμφίβολα σημείο κορύφωσης στο ιστορικό των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών και στην ιστορία της καθολικής ψηφοφορίας στην Ελλάδα, αποτελεί κατάληξη μιας πορείας που έχει κι άλλες σημαντικές στιγμές. Με το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε σε πολλές δυτικές χώρες κατοχυρώθηκε η γυναικεία ψήφος ως αναγνώριση της εισφοράς των γυναικών στην πολεμική προσπάθεια, οι Ελληνίδες φεμινίστριες κάθε ιδεολογικοπολιτικής προέλευσης διεκδικήσαν μαχητικά πολιτική ισότητα με τους άνδρες. Στο Σύνταγμα του 1927 για πρώτη φορά αναφέρεται σε ερμηνευτική δήλωση ότι είναι δυνατό να απονεμηθούν πολιτικά δικαιώματα στις γυναίκες με νόμο, ενώ με προεδρικό διάταγμα οι γυναίκες πέτυχαν το 1930 το δικαίωμα του εκλέγειν μόνο στις δημοτικές εκλογές, και μόνο για τις εγγράμματες άνω των 30 ετών. Υπολογίζεται ότι οι περιορισμοί αυτοί κατέληγαν σε ένα δικαίωμα δημοτικής ψήφου για λιγότερο από το 10% του γυναικειου πληθυσμού.

Οι προσπάθειες των φεμινιστριών για τη διερεύνηση του απέτυχαν αφού σχετική απόπειρα ( μείωση του ορίου ηλικίας στα 25 και δικαίωμα του εκλεγεσθαι) καταψηφίστηκε από τη Γερουσία το 1934, ενώ στη συνέχεια ατόνησαν, λόγω των πολιτικών εξελίξεων (δικτατορία Μεταξά, πόλεμος, Αντίσταση, Εμφύλιος). Ωστόσο, στις εκλογές του Απριλίου του 1944 στην Ελεύθερη Ελλάδα συμμετείχαν και γυναίκες και μάλιστα εκλεχθήκαν πέντε εθνοσύμβουλοι γυναίκειου φυλου.

Το 1949 η ηλικία συμμετοχής σε δημοτικές εκλογές μειώθηκε στα 21 και κατοχυρώθηκε η εκλογιμότητα των γυναικών, διατάξεις που προβλεπόταν να εφαρμοστούν μετά το 1953. Έως τότε θα ίσχυε το όριο των 25 ετών, το δε δικαίωμα του εκλεγεσθαι θα περιοριζόταν μόνο σε θέσεις συμβούλων. Μετά την πλήρη κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών, το 1952, γυναίκες εκλογείς συμμετείχαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές σε τοπική αναπληρωματική εκλογή στη Θεσσαλονίκη, τον Ιανουάριο του 1953, οπότε εκλέχθηκε η Ελένη Σκούρα, πρώτη Ελληνίδα βουλευτής, ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 1956 συμμετείχαν για πρώτη φορά σε επίπεδο επικράτειας.

Η βασική τάση που διαφαίνεται, ως προς την εκλογική συμπεριφορά ανάλογα με το φύλο στην Ελλάδα, αφορά τη σταδιακή σύγκλιση στην κατεύθυνση της ανδρικης και γυναικείας ψήφου με ορόσημο το 1985. Μέχρι τότε οι γυναίκες ψηφοφόροι ακολούθησαν το παραδοσιακό πρότυπο της δεξιότερης, σε σχέση με τους άνδρες, απόκλισης στην ψήφο, με παράλληλη αποχή η’ τουλάχιστον εξαιρετικά μικρή παρουσία σε όλες τις μορφές της θεσμοθετημένης πολιτικής συμμετοχής.

Βιβλιογραφία
-Δ. Σαμίου, 1989, «Τα πολιτικά δικαιώματα των Ελληνίδων (1864-1952)», Μνήμων, 12.

-Γ. Σωτηρελης, 1991, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα, 1864-1909, Αθήνα, Θεμέλιο.

Επιμέλεια κειμένου: Κατερίνα Φωτιάδου