Η πρώτη επέτειος της εξέγερσης στο Καπιτώλιο, όταν φανατικοί οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησαν να εμποδίσουν την επικύρωση της εκλογής του Τζο Μπάιντεν από το Κογκρέσο, ήταν αφορμή για ενδιαφέρουσες αναλύσεις για την κατάσταση της δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον κόσμο. Γενική εκτίμηση είναι ότι στις 6 Ιανουαρίου του 2021 η δημοκρατία δέχθηκε ισχυρό πλήγμα και εντός των ΗΠΑ και διεθνώς. Οχι μόνο για τα γεγονότα καθαυτά, αλλά κυρίως επειδή η προσπάθεια βίαιης κατάλυσης κορυφαίων θεσμών δεν προκάλεσε γενική αφύπνιση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Αντί να συσπειρωθούν οι πολιτικοί εναντίον της απειλής, αντί το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να αποκηρύξει τον Τραμπ και τους οπαδούς του, παραμένει αιχμάλωτο των πιο ακραίων στοιχείων του. Επίσης, ουδείς αποκλείει το ενδεχόμενο οι Ρεπουμπλικανοί να επανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις μεσοπρόθεσμες εκλογές τον ερχόμενο Νοέμβριο, όπως και ότι ο Τραμπ μπορεί να βρεθεί πάλι στο ύπατο αξίωμα της χώρας. Ο κίνδυνος για τη δημοκρατία είναι σαφής. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει εντός ΗΠΑ αλλά και διεθνώς για να προστατευθεί η δημοκρατία. Εδώ, το παράδειγμα της Ευρώπης μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμο.

Ο Μπάιντεν επιχειρεί να επουλώσει πληγές που προέκυψαν κατά την τετραετία Τραμπ ή που προϋπήρχαν και επιδεινώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Επιδιώκει την εθνική συσπείρωση για να μειώσει την ανισότητα μεταξύ πολιτών, για να εκσυγχρονίσει τις υποδομές, για να αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση και για να θωρακίσει τη δημοκρατία. Η πρόσφατη διαδικτυακή σύνοδος που συγκάλεσε ο πρόεδρος, πριν από λίγες εβδομάδες, έδειξε ότι οι ΗΠΑ θέλουν να επανέλθουν σε ηγετικό ρόλο στην υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε μια εποχή που, όπως αναδεικνύει περυσινή έρευνα του Freedom House, η δημοκρατία υποχωρεί διεθνώς. Σε πρόσφατο άρθρο του, ο γνωστός Αμερικανός πολιτικός επιστήμων Φράνσις Φουκουγιάμα παραδέχθηκε ότι ο κόσμος σήμερα είναι πολύ διαφορετικός απ’ αυτόν που εκείνος έβλεπε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης. «Τότε υποτίμησα δύο βασικούς παράγοντες – πρώτα, τη δυσκολία να θεσπίσεις όχι μόνο τη δημοκρατία αλλά και ένα σύγχρονο, ουδέτερο, μη διεφθαρμένο κράτος· δεύτερον, το ενδεχόμενο πολιτικής παρακμής στις ανεπτυγμένες δημοκρατίες».

Η συναίνεση, η σύνθεση απόψεων, η προστασία των αδυνάμων και η θωράκιση αρχών και θεσμών είναι το μυστικό που ξεχνούν οι «ισχυροί».

Οι παράγοντες που τάραξαν τα νερά μετά το 1989 είναι πολυδιάστατοι. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε στην παραγωγή πλούτου σε «ξεχασμένες» περιοχές του πλανήτη και στην πρωτοφανή εξάπλωση της δημοκρατίας. Ομως, τα τελευταία χρόνια έγιναν αισθητές οι ανισορροπίες που προκλήθηκαν από αυτή την ανακατανομή πλούτου, με πολλούς πολίτες σε ανεπτυγμένες χώρες να βρίσκονται στο περιθώριο λόγω της ανεργίας και των πολύ χαμηλών ημερομισθίων, λόγω της αποξένωσής τους από τις κοινωνικές και οικονομικές ελίτ. Η τεχνολογική ανάπτυξη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν την ευρεία και αστραπιαία διασπορά ακραίων απόψεων, με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της πολιτικής σκηνής και την αμφισβήτηση κάθε αυθεντίας και ειδικού. Η πανδημία έδειξε με τον πιο σαφή τρόπο την εξάπλωση και την επιρροή του ανορθολογισμού σήμερα. Αυτό που ίσως υποτιμάται στις δημοκρατικές κοινωνίες είναι ο ρόλος της δημοσιογραφίας όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της αντικειμενικότητας. Η περίπτωση του Fox News στις ΗΠΑ είναι καθοριστική. Συνδυάζει την οικονομική και τεχνολογική ισχύ «παραδοσιακού» μέσου με την τακτική «ανταρτοπόλεμου» των κοινωνικών δικτύων, όπου κυριαρχούν ο λαϊκισμός και η μισαλλοδοξία. Ακραίες φωνές του Διαδικτύου και το κανάλι αλληλοτροφοδοτούνται, αυξάνοντας συνεχώς την επιρροή τους, προκαλώντας αντιδράσεις και περαιτέρω πόλωση. Η διχόνοια, η οποία συντηρείται από τις υπερβολικές αντιδράσεις σε κάθε «πρόκληση» της άλλης πλευράς, εμποδίζει την εξομάλυνση της κατάστασης, αποδυναμώνει συνεχώς τη χώρα. Το παρατηρούμε στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του ’90, όπως το παρατηρούμε στην Ελλάδα από πολύ νωρίτερα. Το πρόβλημα των ΗΠΑ, όμως, μεταφράζεται σε πρόβλημα για τη δημοκρατία παντού, καθώς αυταρχικοί ηγέτες δεν λογαριάζουν τις νουθεσίες της Ουάσιγκτον και αδύναμες ομάδες δεν στηρίζονται σε αμερικανική βοήθεια. Οταν οι ΗΠΑ αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την εσωτερική διχόνοια, η αξιοπιστία τους υπονομεύεται παντού. Εδώ είναι χρήσιμο να αναδείξουμε τη δύναμη της Ευρώπης, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες κατάφερε να συνέλθει από τις συνέπειες δύο ολοκληρωτικών πολέμων και να διανύσει τη μακρύτερη περίοδο σταθερότητας και ευημερίας στην ιστορία της. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ενωση φαίνεται ανίσχυρη, αδύναμη να μετατρέψει την οικονομική και πληθυσμιακή ισχύ της σε βαρύ γεωπολιτικό αποτύπωμα. Αντιμετωπίζει προκλήσεις από πολλές πλευρές: από αυταρχικά καθεστώτα στα σύνορά της και τη μαζική μετανάστευση, από κράτη-μέλη που παραβιάζουν αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας, από την κλιματική κρίση, από τις εντάσεις που προκαλούν η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική επανάσταση. Οι λύσεις –ή μη– αυτών των προβλημάτων θα καθορίσουν την ταυτότητα και το μέλλον της Ενωσης και της Ευρώπης όλης. Η πορεία δεν είναι εύκολη, αλλά η Ενωση είναι απόδειξη ότι λύσεις είναι εφικτές. Στην Ευρώπη οι μνήμες του πολέμου μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. είναι πιο νωπές απ’ ό,τι η μνήμη του εμφυλίου πολέμου που επηρέασε καθοριστικά το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκαν οι ΗΠΑ που γνωρίζουμε σήμερα.

Ο τρόπος που η Ευρώπη έως τώρα αντιμετωπίζει τις αδυναμίες της και νέες προκλήσεις είναι και η δύναμή της. Η συναίνεση διαφορετικών χωρών και η σύνθεση απόψεων (όσο επίπονη και δύστοκη κι αν είναι), η προστασία των αδυνάμων και η θωράκιση αρχών και θεσμών είναι το μυστικό που ξεχνούν οι «ισχυροί».

 

πηγή: kathimerini.gr