Οι άνθρωποι έχουν μια ανάγκη να γνωρίσουν. Όταν αυτή η ανάγκη στρέφεται προς τον ίδιο τον εαυτό γιατί απλώς κάτι μου κλωτσάει, τότε αυξάνεται η πιθανότητα να μπορεί κανείς να μιλά για αλλαγή.

Πολλές φορές προστρέχουν σε θεραπεία άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν ένα συγκεκριμένο, προσδιορισμένο πρόβλημα. Συχνά λοιπόν θα προσέλθουν άνθρωποι οι οποίοι θα αιτηθούν όχι να ξεπεράσουν τις κρίσεις πανικού, την κατάθλιψη ή οποιαδήποτε άλλη αγχώδη και συναισθηματική διαταραχή αλλά εκείνοι που επιθυμούν να διερευνήσουν τι μπορεί να τους προσφέρει μια ψυχοθεραπεία. Πρόκειται περισσότερο γι’ αυτό που ονομάζεται αυτοδιερεύνηση.

Όπως περιγράφεται στο βιβλίο Εγχειρίδιο της Συστημικής Θεραπείας και Συμβουλευτικής (Schlippe & Schweitzer, 2008), αυτός ο τύπος βοήθειας διατυπώνεται ως βοήθησε με να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Ουσιαστικά δεν υπάρχει άμεση πίεση από κάποιο πρόβλημα, τίθενται στη διάθεση του πελάτη οι ικανότητες του θεραπευτή και η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να παραμείνει ανοιχτή ύστερα από ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των μελών.

Αυτή η ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίσει είναι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Η ανάγκη να γνωρίσει τον κόσμο τον οδήγησε να πραγματοποιήσει συνταρακτικές ανακαλύψεις όπως να αφήσει το αποτύπωμα του στην Αυστραλία παρά τις καταστροφές που προκάλεσε στην εκει βιοποικιλότητα, το να επισκεφτεί το φεγγάρι και να δημιουργήσει τεχνητή νοημοσύνη. Η ανάγκη για γνώση καθοδηγεί τον άνθρωπο μέσα σε ένα αχανές δάσος το οποίο δεν χαρτογράφησε κανείς ώστε να μπορούμε να γνωρίσουμε τα επόμενα μας βήματα.

Την ίδια στιγμή ανακαλύπτονται μικρά ψήγματα ζωής μέσα σε αυτό το αχανές δάσος. Η άγνοια αυτής της διαδρομής πυροδοτεί έντονα συναισθήματα αβεβαιότητας η οποία συνοδεύεται με την αγωνία, το άγχος και ταυτόχρονα τη περιέργεια και την προσδόκιμη χαρά της εξέλιξης όταν τελικά κάτι αναδύεται στην επιφάνεια.

Αν υποθέσουμε ότι η άγνοια κυοφορεί πολλές φορές το άγχος και την αγωνία τότε υπάρχει μια δυσάρεστη συναισθηματική συνθήκη. Το άγχος δεν βιώνεται σαν κάτι ευχάριστο. Ταυτόχρονα οι προσπάθειες να απαλλαγεί κανείς από το άγχος επιτείνουν τη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά στη περίπτωση της αυτοδιερεύνησης δεν υπάρχει η συνειδητή επίγνωση του άγχους.

Ίσως υπάρχει μια αόριστη αίσθηση δυσαρέσκειας, μια θολή εικόνα ότι το άτομο δεν ευτυχεί μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες ζωής, ένα συναίσθημα αμφιβολίας για τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο ζει. Αναζητά δηλαδή ο άνθρωπος να αναστοχαστεί μέσα από το διάλογο αν υπάρχει κάτι το οποίο θα μπορούσε να καλυτερέψει τη ζωή του.

 

Όπως το αναφέρουν οι Schlippe & Schweitzer, (2008), το συμβόλαιο αυτοδιερεύνησης σχετίζεται περισσότερο με μια ασαφή δυσαρέσκεια ή με την ανάγκη να δημιουργήσει κάποιος μια άλλη μορφή σχέσης από τη συνηθισμένη.

Ο Ντοστογιέφσκι στο μυθιστόρημα του Αδερφοι Καραμαζοφ, προσπαθώντας να εισαγάγει τον αναγνώστη στην εικόνα του Αλιόσα (του πρωταγωνιστή του) λέει πως θα ήταν παραδοξολογία σε μια εποχή σαν τη δική μας να ζητάμε σαφήνεια από τους ανθρώπους. Μπορούν οι άνθρωποι να ορίσουν λοιπόν τα προβλήματά τους; Τι αποτελεί πρόβλημα για τους ανθρώπους; Μέσα σε ποια εποχή, τόπο και χρόνο ορίζεται ως πρόβλημα κάτι;

Οι άνθρωποι λοιπόν έχουν μια ανάγκη να γνωρίσουν. Όταν αυτή η ανάγκη στρέφεται προς τον ίδιο τον εαυτό γιατί απλώς κάτι μου κλωτσάει, τότε αυξάνεται η πιθανότητα να μπορεί κανείς να μιλά για αλλαγή. Η αλλαγή δε χρειάζεται να εστιάζεται στην επίλυση ενός πολύ συγκεκριμένου προβλήματος όπως μπορεί να είναι η κατάθλιψη ή κάποια αγχώδης διαταραχή αλλά ακριβώς στη θέση με την οποία βλέπει κανείς τον εαυτό του.

Και ενώ μιλάμε συνήθως για προβλήματα που χρήζουν θεραπευτικής παρέμβασης είναι τελικά η ανάγκη γνώσης και αναζήτησης που πολλές φορές μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για να δεχτεί κάποιος τη βοήθεια ενός θεραπευτή που προσφέρει τη βοήθεια του.