Στη δημοσιότητα έδωσε η Αστυνομία, μετά από εντολή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, τις φωτογραφίες των απαγωγέων του Γιώργου Κυπαρίσση, τον οποίο απελευθέρωσαν στις 4 Μαρτίου. Πρόκειται για δύο άνδρες ηλικίας 34 και 41 ετών και μία γυναίκα 39 ετών.

ΜΑΚΑΔΑΣΙΔΗΣ Αλέξανδρος του Οδυσσέα και της Κατίνας, γεννηθείς την 18-4-1988 στην Ορεστιάδα

 

ΚΑΛΤΣΑΣ Θεόδωρος του Δημητρίου και της Ευγενίας, γεννηθείς την 30-11-1981 στην Αθήνα

 

ΚΑΤΑΡΤΖΙΔΟΥ Χριστίνα του Δαμιανού και της Αθηνάς, γεννηθείσα την 28-7-1983 στο Ίλιον Αττικής

Στις 800.000 ευρώ τα λίτρα – Τι είπε όταν τον απελευθέρωσαν
Η απελευθέρωση του έγινε κάπου στο Τατόι, με τον ίδιο να περπατάει για κάποια μέτρα μέχρι να βρει ταξί και να κατευθυνθεί στη ΓΑΔΑ. Οι απαγωγείς τον είχαν αφήσει σε ένα σχετικά ερημικό σημείο με ένα μαντήλι δεμένο στα μάτια, ενώ είχε προηγηθεί μία διαδρομή αρκετής ώρας με αυτοκίνητο.

Το ποσό που δόθηκε ως λύτρα για την απελευθέρωση του επιχειρηματία είναι της τάξεως των 800.000 ευρώ (σ.σ. περίπου 200.000 ευρώ λιγότερα από τις αρχικές απαιτήσεις των δραστών), ενώ φαίνεται να υπήρξε συνεννόηση για την καταβολή των χρημάτων την Πέμπτη (3/3).

«Όλα καλά, όλα καλά. Είμαι τώρα κουρασμένος. Είμαι καλά. Είμαι τώρα κουρασμένος και τρελαμένος. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ» ήταν τα πρώτα λόγια του μετά την απελευθέρωσή του και την επιστροφή στο σπίτι του, συνοδεία αστυνομικού.

Μιλώντας στο Star είχε τονίσει ότι η μόνη σκέψη που τον κρατούσε ζωντανό και δυνατό τις ημέρες που είχε απαχθεί ήταν τα παιδιά του, τα οποία όπως είπε είναι η αχίλλειος πτέρνα του. Ξεκαθάρισε, πως δεν έχει με κανέναν οικονομικές διαφορές, εργάζεται από μικρός και είναι απολύτως καθαρός.

Περιγράφοντας τις ημέρες της απαγωγής του είπε ότι η μόνη επικοινωνία που είχε με τους απαγωγείς ήταν για φαγητό, νερό και όταν χρειαζόταν την τουαλέτα. Φορούσε μάλιστα συνεχώς κουκούλα ώστε να μην δει τους δράστες.

Ο Γιώργος Κυπαρίσσης μίλησε και για τον τρόπο που τον πήραν μέσα από το αυτοκίνητο του. Όπως είπε, ένα τζιπ μαύρο τον έκλεισε κατέβηκε ένας άνθρωπος κρατώντας φακό και του πέρασε χειροπέδες αλλά και κουκούλα μη μπορώντας να αντιδράσει. «Τους ευχαριστώ που δεν με σκότωσαν», είπε με τρεμάμενη φωνή.