Ακουσα τον πρόεδρο της Βουλής Κώστα Τασούλα την Πέμπτη (13/1) να μιλάει για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ηταν στην εκπομπή του Χρήστου Μιχαηλίδη στο Α΄ Πρόγραμμα του δημόσιου ραδιοφώνου. Ο κ. Τασούλας σχολίαζε το δημοσίευμα των «Τάιμς του Λονδίνου» που υποστήριζε ότι το αίτημα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα έχει πλέον καταστεί «ακαταμάχητο» – έτσι ερμήνευσε το «compelling» του άρθρου. Επανέλαβε τη θέση του Κυρ. Μητσοτάκη, ο οποίος είπε στον Μπόρις Τζόνσον ότι το ζήτημα δεν είναι νομικό. Το ζήτημα είναι ηθικό. Και όπως είπε ο κ. Τασούλας, αν τα Γλυπτά επιστραφούν στην Αθήνα και οι δύο πλευρές θα είναι κερδισμένες.

Περίπλοκο ζήτημα η ηθική, θα μου πείτε. Δεν έχω αντίρρηση. Ομως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Δεν θα ασχοληθώ με τον έβδομο λόρδο του Ελγιν, ο οποίος, επειδή ήταν πρέσβης, είχε την ευχέρεια να αρπάζει αρχαία μάρμαρα. Υπάρχει η χριστιανική ηθική, υπάρχει η πολιτική ηθική, υπάρχει και η ηθική του έργου τέχνης. Η σύνθεση όλων αυτών συνιστά την πολιτισμική μας ηθική. Και το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα, της ζωφόρου και των αετωμάτων, σ’ αυτήν υπόκειται.

Ας δούμε τα επιχειρήματα του Βρετανικού Μουσείου. Το πρώτο είναι ότι τα Γλυπτά είναι ασφαλέστερα στο Λονδίνο απ’ ό,τι θα ήσαν στην επισφαλή παραμεθόριο της Αθήνας. Ας μην ξεχνάμε ότι το Λονδίνο βομβαρδίστηκε ανηλεώς στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η Αθήνα είχε κηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη και πάντως ποτέ δεν απειλήθηκε η Ακρόπολη, ούτε στη διάρκεια του Εμφυλίου.

Τα γλυπτά είναι γλυπτά. Αρα μπορούν να αναδείξουν την αξία τους όταν γειτνιάζουν με άλλα έργα τέχνης αντίστοιχης αξίας. Είναι, κατά τη γνώμη μου, το ισχυρότερο επιχείρημα. Σ’ αυτό στηρίζεται η ίδρυση των μεγάλων ευρωπαϊκών μουσείων. Οπως είχε πει ο Βιβάν Ντενόν, ο ιδρυτής του Μουσείου του Λούβρου, «το έργο τέχνης αναδεικνύεται ως έργο τέχνης όταν το αποκόπτεις από τον φυσικό του χώρο». Οσο έμενε στον φυσικό του χώρο λειτουργούσε ως μαρτυρία του. Απ’ τη στιγμή που βρέθηκε στο Λούβρο εντάσσεται σε μια άλλη τάξη αξιών, αυτή που ορίζει τον πολιτισμό μας. Ακόμη κι αν δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει μια αιγυπτιακή θεότητα με κεφάλι γάτας που τη λένε Μπαστέτ, μας φτάνει που συνυπάρχει στον ίδιο χώρο με την Τζοκόντα.

Το επιχείρημα καταρρέει για έναν πολύ απλό λόγο. Το Βρετανικό Μουσείο κάνει πως δεν βλέπει ότι ο γλυπτικός διάκοσμος του Παρθενώνα είναι μέλος ενός αρχιτεκτονικού συνόλου, το οποίο για να αναδειχθεί ως έργο τέχνης τον χρειάζεται. Το άρθρο των «Τάιμς» αναφέρθηκε στα άπαντα του Σαίξπηρ από τα οποία κάποιος θα είχε αφαιρέσει τον «Αμλετ». Η σχέση των γλυπτών με την αρχιτεκτονική είναι σχέση συμφραζόμενου. Είναι η διαφορά τους από την Αφροδίτη της Μήλου ή τη Νίκη της Σαμοθράκης.

Δεν ξέρω πού θα καταλήξει η περιπέτεια. Οφείλω πάντως να αναγνωρίσω ότι ο «αγώνας» για την επιστροφή τους άλλαξε πεδίο. Η αείμνηστη Μελίνα, η «εθνική μας Μελίνα», τον είχε εντάξει στις ιδεολογικές προδιαγραφές της. «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες, τα Μάρμαρα τα έφτιαξαν Ελληνες, άρα ανήκουν στους Ελληνες.» Και tempora και mores. Τι να πεις για τη Μελίνα και την προτομή της στην είσοδο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου; Θυμίζει Μπετόβεν. Η υπόθεση των «Ελγινείων» είναι η «Ενάτη» της.

Η επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Αθήνα δεν είναι μόνον εθνικό ζήτημα. Είναι και ευρωπαϊκό ζήτημα με τον ίδιο τρόπο που ήταν εθνικό, και ευρωπαϊκό ζήτημα, η ευρωπαϊκή ένταξη της Ελλάδας. Θα μου πείτε, η Βρετανία είναι εκτός διοικητικής Ευρώπης. Ομως, για να μην τρελαθούμε, δεν είναι εκτός ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και το ζήτημα των Γλυπτών δεν είναι ζήτημα διοικητικό. Είναι ζήτημα πολιτισμικό.

Για χρόνια, χάρη στο μπρίο και στην ακτινοβολία της Μελίνας το ζήτημα ταυτίστηκε με την «εθνική αξιοπρέπεια». Τα «Ελγίνεια» ήταν το αντίστοιχο των αμερικανικών βάσεων. «Εξω οι βάσεις», «Μέσα τα Ελγίνεια». Αποτύχαμε και στα δύο. Οπως χρειαζόμαστε τις «βάσεις», έτσι χρειαζόμαστε και τα «Ελγίνεια». Είναι τα δύο σκέλη της ευρωπαϊκής μας ύπαρξης.

Το επαναλαμβάνω. Δεν ξέρω πού θα καταλήξει η όλη περιπέτεια. Αν καταφέρουμε πάντως να αναδείξουμε το βάρος της υπόθεσης για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό –ναι, υπάρχει– τότε κάτι θα έχουμε καταφέρει.

 

πηγή: kathimerini.gr