Tην έδρα στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση έχασε μια βουλευτής -ανερχόμενο αστέρι στο κόμμα του Εμανουέλ Μακρόν- όταν διαπιστώθηκε ότι χρέωνε αγορές πανάκριβων εσωρούχων στα έξοδα που δικαιούνταν λόγω της βουλευτικής ιδιότητας.

Ενάμιση μήνα πριν διεκδικήσει την επανεκλογή της στις κρίσιμες για τον Γάλλο πρόεδρο εκλογές του Ιουνίου, η βουλευτής Κοραλί Ντιμπόστ, αντιπρόεδρος του «Δημοκρατία Εμπρός!» του Μακρόν, παραιτήθηκε καθώς διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο των δαπανών της, που χρηματοδοτούνταν από τους Γάλλους φορολογούμενους, ότι ξόδευε πάνω από 2.000 ευρώ το μήνα σε εσώρουχα και ρούχα.

Εμπιστευτική έκθεση που υποβλήθηκε στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση και δημοσίευσε ο ερευνητικός οργανισμός Mediapart κατηγορεί την πρώην πλέον βουλευτή για κακή διαχείριση των συνεργατών της, από τους οποίους ζητούσε να κατασκοπεύουν το προσωπικό της οικίας της, να πηγαίνουν τα ρούχα της στο στεγνοκαθαριστήριο και τα υποδήματά της στον τσαγκάρη.

Η 39χρονη Ντιμπόστ, πρώην στέλεχος σχολής διοίκησης επιχειρήσεων, που είχε επιλέξει προσωπικά ο Μακρόν, είχε εκλεγεί βουλευτής στο Μονπελιέ το 2017, ενώ πέρυσι τερμάτισε τη σχέση της με τον υπουργό Υγείας της Γαλλίας, Ολιβιέ Βεράν.

Ανάλυση των εξόδων της έδειξε ότι χρέωνε αγορές εσωρούχων αξίας 1.500 έως 2.000 ευρώ, ενδυμάτων και ταξιδιών στις δαπάνες των περίπου 5.374 ευρώ μηνιαίως, που δικαιούτο ως βουλευτής και οι οποίες αφορούν μόνο στα επίσημα καθήκοντα των αντιπροσώπων του γαλλικού λαού στην Εθνοσυνέλευση. Ο ετήσιος μισθός των Γάλλων βουλευτών κυμαίνεται στις 86.000 ευρώ ή κάπου 7.200 ευρώ το μήνα.

Η ίδια εμπιστευτική έκθεση αποκάλυψε ότι το 2019 η πρώην βουλευτής του LREM πήρε τραπεζικό δάνειο για να καλύψει μια υπερανάληψη 7.000 ευρώ και έκτοτε έπαιρνε δάνεια για να χρηματοδοτεί τον πολυτελή τρόπο διαβίωσής της.

Η Γαλλία είναι φημισμένη για τη βιομηχανία των πολυτελών εσωρούχων, αλλά στοιχεία του 2019 έδειξαν ότι οι Γαλλίδες ηλικίας 15-24 ετών ξόδευαν ετησίως περίπου 200 ευρώ σε εσώρουχα.

Οι «εξηγήσεις» της πρώην βουλευτού
Η Ντιμπόστ αρνήθηκε ότι έκανε λάθος, δηλώνοντας θύμα άδικων επιθέσεων με στόχο να πληγεί ο Μακρόν. Μετά από 48ωρη σιωπή αφότου ξέσπασε το σκάνδαλο, η πρώην βουλευτής ανακοίνωσε στο Twitter:

«Ήρθε η ώρα να αποσυρθώ από τον πολιτικό βίο και να αφοσιωθώ στην οικογένειά μου. Δεν θα είμαι υποψήφια για επανεκλογή. Τις τελευταίες ημέρες βρέθηκα στο στόχαστρο άδικων επιθέσεων, οι οποίες αδικούν την πολιτική μου ομάδα ενόψει των εκλογών και γενικότερα τη δημοκρατία».

Η πρώην βουλευτής ισχυρίστηκε ότι έπεσε θύμα μιας «cabal», δηλαδή μιας κλειστής ομάδας. Είπε ότι επέστρεψε τα χρήματα που δαπάνησε για τα εσώρουχα κι άλλα είδη και ότι την παραπλάνησαν οι συνεργάτες της αναφορικά με το τι καλύπτουν τα επιδόματα των βουλευτών.

«Ήμουν ανόητη. Δεν είμαι απατεώνισσα (…) Υπάρχουν ρούχα για την Εθνοσυνέλευση και προσωπικά ενδύματα… Δεν φοράω τα ίδια ρούχα στην προσωπική και την επαγγελματική μου ζωή», είπε η Ντιμπόστ στο Mediapart.

Η κυβέρνηση Μακρόν αυστηροποίησε τους κανόνες για τις βουλευτικές δαπάνες, απαιτώντας από τους βουλευτές να καταθέτουν αποδείξεις για τα ετήσια επιδόματα των περίπου 65.000 ευρώ που τους χορηγούνται για προσωπικά έξοδα, τα 19.000 ευρώ για εξοπλισμό γραφείου, έξοδα αλληλογραφίας, τηλεφώνων και χρήση ταξί και τα 127.000 ευρώ για τους μισθούς των κοινοβουλευτικών τους συνεργατών.

Ωστόσο, όπως σχολιάζουν βρετανικά ΜΜΕ, το πόρισμα για την πρώην βουλευτή θεωρείται πλήγμα για τον Μακρόν σε μια κρίσιμη προεκλογική περίοδο, που το κόμμα του επιδιώκει να διατηρήσει την πλειοψηφία στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση στις εκλογές του Ιουνίου, απέναντι σε μια συμμαχία της μέχρι πρότινος διχασμένης Αριστεράς.