Η στρατηγική που επιλέγει ο Ταγίπ Ερντογάν και οι συνεργάτες του, από τον εθνικιστή εταίρο του μέχρι τους υπουργούς Εξωτερικών και Αμυνας και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, μάλλον δεν ωφελεί την Aγκυρα.

Για μια σειρά από λόγους οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αμερική και την Ευρώπη δεν βρίσκονται στην καλύτερη φάση τους, και αυτή δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να δημιουργεί ο Ερντογάν νέα σημεία τριβής, απειλώντας την Ελλάδα, ένα μέλος της Ε.Ε. και στρατηγικό εταίρο της Αμερικής της οποίας φιλοξενεί σημαντικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Εάν ο Τούρκος πρόεδρος όντως έχει εξοργιστεί από τις κινήσεις του Ελληνα πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, τότε θα πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι η επιθετική στάση της Αγκυρας απλά επιβεβαιώνει όσα είπε και λέει ο Ελληνας πρωθυπουργός στους Αμερικανούς και στους Ευρωπαίους.

Σε κάθε περίπτωση, οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν προοιωνίζονται ένα ήρεμο καλοκαίρι. Η ρητορική, αλλά και συγκεκριμένες κινήσεις της γείτονος δοκιμάζουν την ψυχραιμία της ελληνικής πλευράς, πολιτικής ηγεσίας και ενόπλων δυνάμεων. Ακόμη και αν δεν υπάρχει ειλημμένη απόφαση για κάποια συγκεκριμένη ενέργεια, σε ένα σκηνικό αυξανόμενης έντασης, με ερευνητικά σκάφη και υπερπτήσεις στο Αιγαίο, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει το ατύχημα, ενώ ο αναθεωρητισμός που ξεχειλίζει –με δηλώσεις για τα «σύνορα της καρδιάς μας» και την προβολή του αφηγήματος της «γαλάζιας πατρίδας»– δεν λειτουργεί καθησυχαστικά.

Μία πιθανή εξήγηση της αυξανόμενης έντασης είναι ότι σε αυτή τουλάχιστον τη φάση ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Τουρκίας με την έννοια ότι η Ελλάδα οικοδομεί νέες συμμαχίες και εμβαθύνει παλαιότερες, ενώ ενισχύει την αποτρεπτική της ισχύ μέσα από συμφωνίες που έχουν αρχίσει να υλοποιούνται, αλλά θα χρειαστούν χρόνο για να ολοκληρωθούν (F-16, Rafale, φρεγάτες), όπως και για άλλες που θα ακολουθήσουν (F-35). Υπό αυτό το πρίσμα ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας βεβιασμένης διολίσθησης προς ένα θερμό επεισόδιο.

Εάν στόχος του Ερντογάν είναι να εξαναγκάσει την Αθήνα σε διάλογο για θέματα που δεν είναι προς συζήτηση, η απειλητική ρητορική και επιχειρησιακή δράση μπορεί για κάποιους κυνικούς να έχει μια λογική, ωστόσο είναι βέβαιο ότι πλήττει ακόμη περισσότερο τα όποια αποθέματα εμπιστοσύνης και καλής θέλησης και δυσχεραίνει το έργο όσων μετριοπαθών πολιτικών και όχι μόνο, θα ήταν διατεθειμένοι, υπό προϋποθέσεις, να προχωρήσουν σε τολμηρά βήματα.

Τέλος, υπάρχει πάντα η εσωτερική πολιτική και είναι σαφές ότι οι επιθέσεις κατά της Ελλάδας βοηθούν τον Ερντογάν δημοσκοπικά. Ωστόσο, θα είναι λάθος να προσωποποιούμε υπερβολικά την τουρκική επιθετικότητα, γιατί ναι μεν υπάρχει το στοιχείο του οξύθυμου χαρακτήρα και του μεγαλοϊδεατισμού του νυν προέδρου, αλλά εάν δει κανείς την κριτική που ασκούν οι περισσότεροι πολιτικοί του αντίπαλοι, δεν θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στο –μάλλον απίθανο– σενάριο εκλογικής ήττας και αποχώρησης του Ερντογάν, η «επόμενη μέρα» στα ελληνοτουρκικά θα είναι ήρεμη.

πηγή: kathimerini.gr