Την εισαγωγή ενός φορτιστή κοινού τύπου για ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, όπως κινητά τηλέφωνα, ταμπλέτες, ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, ακουστικά κεφαλής, φορητά ηχεία και κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών, προβλέπει η καταρχήν συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Συμβούλιο της Ε.Ε.

Στόχος της νέας νομοθεσίας είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα είναι πλέον αναγκαία η αγορά νέου φορτιστή κάθε φορά που αγοράζετε ένα νέο κινητό τηλέφωνο ή παρόμοιο προϊόν, και ότι όλες οι συσκευές μπορούν να επαναφορτιστούν με τον ίδιο φορτιστή.

Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της μείωσης των αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, καθώς και της ταλαιπωρίας που προκαλεί στους καταναλωτές η ύπαρξη διαφορετικών, ασύμβατων φορτιστών για τις ηλεκτρονικές συσκευές. Πολυετής συνεργασία με τη βιομηχανία στο πλαίσιο μιας εθελοντικής προσέγγισης έχει επιφέρει μείωση του αριθμού των φορτιστών κινητών τηλεφώνων από 30 σε 3 κατά την τελευταία δεκαετία, αλλά δεν πέτυχε την πλήρη επίλυση του προβλήματος.

Η πολιτική συμφωνία στο Συμβούλιο βασίζεται σε πρόταση της Κομισιόν, η οποία προβλέπει τα εξής:

* Μια εναρμονισμένη θύρα φόρτισης των ηλεκτρονικών συσκευών, ώστε οι καταναλωτές να φορτίζουν τις συσκευές τους με τον ίδιο φορτιστή USB-C, ανεξάρτητα από τη μάρκα της συσκευής.

* Εναρμονισμένη τεχνολογία ταχείας φόρτισης, η οποία θα συμβάλει ώστε διάφοροι παραγωγοί να μην περιορίζουν αδικαιολόγητα την ταχύτητα φόρτισης.

* Το διαχωρισμό της πώλησης φορτιστή από την πώληση της ηλεκτρονικής συσκευής. Οι καταναλωτές θα μπορούν να αγοράζουν νέα ηλεκτρονική συσκευή χωρίς νέο φορτιστή. Με τον τρόπο αυτό θα περιοριστεί ο αριθμός των αχρείαστων φορτιστών που αγοράζονται ή που μένουν αχρησιμοποίητοι.

* Οι κατασκευαστές θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για τις επιδόσεις φόρτισης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την ισχύ που απαιτείται από τη συσκευή και το αν η συσκευή υποστηρίζει την ταχεία φόρτιση. Με τον τρόπο αυτό οι καταναλωτές θα μπορούν να διαπιστώσουν ευκολότερα αν οι υφιστάμενοι φορτιστές τους πληρούν τις απαιτήσεις της νέας συσκευής τους ή θα διευκολύνονται στην επιλογή συμβατού φορτιστή. Σε συνδυασμό με τα άλλα μέτρα, το μέτρο αυτό θα βοηθήσει τους καταναλωτές να περιορίσουν τον αριθμό των νέων φορτιστών που αγοράζουν και, ως εκ τούτου, θα τους βοηθήσει να εξοικονομούν 250 εκατ. ευρώ ετησίως από περιττές αγορές φορτιστών. Για τη βελτίωση της ενημέρωσης των καταναλωτών, το Συμβούλιο πρόσθεσε ένα παράρτημα στην πρόταση, στο οποίο περιλαμβάνονται ένα εικονόγραμμα, το οποίο θα υποδεικνύει αν χορηγείται συσκευή φόρτισης μαζί με τη συσκευή, καθώς και μια σήμανση, η οποία θα επισημαίνει τις προδιαγραφές φόρτισης.

Αναφορικά με τα επόμενα βήματα, η πολιτική συμφωνία που εγκρίθηκε από τους μόνιμους αντιπροσώπους (πρέσβεις) των κρατών-μελών παρέχει στην προεδρία του Συμβουλίου τη δυνατότητα να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μόλις το τελευταίο καθορίσει τη θέση του. Μια μεταβατική περίοδος 24 μηνών από την ημερομηνία θέσπισης της οδηγίας θα δώσει στον κλάδο αρκετό χρόνο για να προσαρμοστεί πριν από την έναρξη της εφαρμογής της.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το 2020 στην αγορά της Ε.Ε. πωλήθηκαν περίπου 420 εκατομμύρια κινητά τηλέφωνα και άλλες φορητές ηλεκτρονικές συσκευές. Κατά μέσο όρο, οι καταναλωτές κατέχουν περίπου τρεις φορτιστές κινητών τηλεφώνων, εκ των οποίων χρησιμοποιούν δύο σε τακτική βάση. Παρά το γεγονός αυτό, το 38% των καταναλωτών αναφέρει ότι έχει αντιμετωπίσει προβλήματα τουλάχιστον μία φορά, αδυνατώντας να φορτίσει το κινητό τηλέφωνο επειδή οι φορτιστές που είχε στη διάθεσή του ήταν ασύμβατοι.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, η κατάσταση αυτή δεν είναι μόνο ενοχλητική, αλλά και δαπανηρή για τους καταναλωτές, οι οποίοι ξοδεύουν περίπου 2,4 δισ. ευρώ ετησίως για αυτόνομους φορτιστές που δεν πωλούνται από κοινού με ηλεκτρονική συσκευή. Επιπλέον, οι απορριπτόμενοι και οι αχρησιμοποίητοι φορτιστές εκτιμάται ότι αποτελούν έως και 11.000 τόνους αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού ετησίως.