Πέρα από τη διακοσιοστή επέτειο της Επανάστασης και της εθνικής ανεξαρτησίας, το σωτήριο έτος 2021 θα μπορούσε να παραπέμπει επίσης και στην ιδέα του πολιτισμού εν γένει. Πράγματι, δυόμισι ακριβώς χιλιετίες (2021+479 χρόνια) μας χωρίζουν από τη στιγμή που, μετά την οριστική ήττα των εισβολέων Μήδων, οι Αθηναίοι παγίωσαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε «πολιτικό πολιτισμό». Εγκαθιδρύοντας ένα δημο-κρατικό καθεστώς που δεν απειλούνταν πια από εξωτερικούς εχθρούς, οι πρόγονοί μας μετουσίωναν τον οικισμό σε «πόλη», μετασχημάτιζαν την άμορφη συλλογικότητα σε «πολιτεία», μετέτρεπαν τον κοινό άνθρωπο σε ενεργό «πολίτη» και ανέθεταν στη δική τους αυτόνομη και αυτοδίκαια «πολιτική» εξουσία την υλοποίηση μιας αέναης συλλογικής πορείας «επί τα βελτίω». Θα ‘λεγε κανείς πως, με τα λόγια του Λάιμπνιτς, όλα μπορούσαν πια να προχωρήσουν προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης του «καλύτερου των δυνατών κόσμων». Το 2021 προσφερόταν ως ουρανόπεμπτη ευκαιρία για να εορτάσουμε πως είμαστε «Ελληνες» χάρη σε αυτούς που απελευθέρωσαν τη χώρα μας από τον οθωμανικό ζυγό και, ταυτόχρονα, υπεύθυνοι ενεργοί «πολίτες» χάρη σε εκείνους που επινόησαν τον ορθό λόγο και τη δημοκρατία. Το προαιώνιο όνειρο του Προμηθέα φαινόταν πραγματοποιήσιμο.

Σε μια στιγμή, όμως, όλα συνέβησαν ως εάν η πανούργα Ιστορία ή ίσως ένας παιχνιδιάρης Θεός θέλησαν να ξαναπάρουν τα ηνία της εξέλιξης στα χέρια τους. Και αυτό δεν μπορούσε να γίνει δίχως τη ριζική ανατροπή των περισσότερων, αν όχι όλων των «πολιτιστικών βεβαιοτήτων» σε οικουμενική κλίμακα. Θα ‘λεγε λοιπόν κανείς ίσως πως, ειρωνικά, για να επανέλθει στη «φυσική» του κανονικότητα αυτός ο καλύτερος των δυνατών κόσμων, ο δικός μας κόσμος, και αυτός όλων των «άλλων», «έπρεπε» πρώτα να συνειδητοποιήσει πως βρίσκεται σε αδιέξοδο. Επρεπε να αρχίσει να γίνεται ευρύτερα αντιληπτό πως οι κρίσεις δεν μπορούν πάντα να αυτοελέγχονται από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, πως οι πολιτικοί ανταγωνισμοί δεν μπορούν πάντα να διευθετούνται επί τη βάσει των εσωτερικευμένων αρχών του διεθνούς δικαίου και της κοινής λογικής και πως η διαφοροποίηση ανάμεσα στο λογικό και στο παράλογο, στο καλό και στο κακό δεν μπορούν πια να υπόκεινται σε αυστηρά τυποποιημένες κατατακτικές μήτρες. Η πρόσληψη της κοινωνίας και των κοινωνικών σχέσεων εισερχόταν σε μια νέα φάση κοσμοϊστορικής ρευστότητας και άγνωστης ιστορικής απόληξης.

Και αυτό ακριβώς φαίνεται πως έχει γίνει. Μετά από μια μακρά περίοδο αποστασιοποιημένου εφησυχασμού, η ιδέα της προόδου και μαζί της η πρόσληψη του μέλλοντος εμφανίζεται και πάλι φιλοσοφικά, λογικά και πολιτικά επίμαχη. Ο Προμηθέας γινόταν και πάλι κοινός θνητός. Τα κατακλυσμικά συμπτώματα είναι πασίδηλα. Από τη μια μεριά, τα πολλαπλασιαζόμενα θύματα μιας ολοένα και πιο ανεξέλεγκτης πανδημίας έχουν κατακλύσει ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη μεριά, οι καταστροφικές προεκτάσεις της κλιματικής αλλαγής, η υπερθέρμανση, η ρύπανση, η ερημοποίηση, οι πλημμύρες, η λειψυδρία, η αποψίλωση των δασών, η διάλυση των τροφικών αλυσίδων και η εξάντληση των πρώτων υλών έχουν οδηγήσει σε μια πρωτοφανή έξαρση της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Ενώπιον του χάους, λοιπόν, οι απελπισμένες μάζες δεν έχουν άλλη επιλογή από την εγκατάλειψη των κατεστραμμένων εστιών τους. Δίχως να μπορούν να «προσφύγουν» σε τίποτε άλλο από την ήδη αποσυντιθέμενη μοίρα τους, ολοένα και περισσότεροι απεγνωσμένοι άνθρωποι μετατρέπονται εν μία νυκτί σε ενεργεία ή εν δυνάμει «πρόσφυγες». Και ταυτόχρονα οι προνομιούχες χώρες που αναγκάζονται άθελα τους να τους «φιλοξενήσουν» υφίστανται τις καταλυτικές συνέπειες της ραγδαίας επιδείνωσης της κοινωνικής τους συνοχής. Σε μια στιγμή που κανείς δεν το περίμενε, ολόκληρος ο πλανήτης βρέθηκε σε «κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

Υπό τους όρους αυτούς, είναι σαφές πως η κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αλλιώς παρά με τη λήψη ριζικών μέτρων σε παγκόσμια κλίμακα. Και κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την επανεγκατάσταση του «πολιτικού» στο επίκεντρο του γίγνεσθαι. Ηδη από μόνο του, όμως, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ριζική ανατροπή. Η ευρύτατα πλέον εσωτερικευμένη ταύτιση του «πολιτικού» με μια απλή «διαχείριση» της δεδομένης και αμετακίνητης αντικειμενικής «πραγματικότητας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια αποφασιστικών παρεμβατικών πρωτοβουλιών. Από τη στιγμή που η ιδέα της προόδου απελευθερώθηκε από τις αμφίσημες ποιοτικές και αξιακές της παραμέτρους και άρχισε να προσλαμβάνεται ως απλή «ποσότητα», η «αναπτυξιακή πρόοδος» έτεινε πια να νοείται ως αυτόματη προέκταση της ελεύθερης «κανονικής» αλληλόδρασης των εκ φύσεως «μεγιστοποιητικών» και «παραγωγιστικών» αγοραίων δυνάμεων με τις ελάχιστες δυνατές εξωαγοραίες παρεμβάσεις. Στον μόνο πλέον δυνατό «ορθολογικό» κόσμο το «μηδέν άγαν» έδωσε τη θέση του στο «μόνον εν τω πολλώ το ευ». Δεν είναι τυχαίο ότι στους λίγους εκείνους που, όπως ο μεγάλος αρχιτέκτονας Μις βαν ντερ Ρόε, ισχυρίζονταν πως «το λιγότερο μπορεί να είναι περισσότερο» (less is more) οι μετανεωτερικοί επίγονοι τους απαντούσαν πως «το λιγότερο είναι πληκτικό» (less is a bore). Θα ‘λεγε κανείς πως σε έναν κόσμο όπου η κοινωνική συνύπαρξη δεν αποκτά το ζωογόνο νόημά της παρά μέσα από την ατομική απόλαυση των κάθε λογής ανταγωνιστικών παιγνίων, τίποτε δεν είναι πιο αποθαρρυντικό και αποδιοργανωτικό από τη διάχυτη πλήξη. Δεν έχει λοιπόν το παραμικρό νόημα να προτείνονται οποιεσδήποτε «άλλες» υπαλλακτικές ή ισοπεδωτικές λύσεις. Η εξαγγελία του «τέλους της πολιτικής» σηματοδοτεί το τέλος των ουτοπικών προβόλων και, ταυτόχρονα, το τέλος του προαιώνιου προβληματισμού γύρω από τη σχέση του «καλού», του «κακού» και του «αδιάφορου».

Ωστόσο, το απεγνωσμένο σήμερα μας εξαναγκάζει να εγκύψουμε και πάλι στο άλυτο πρόβλημα του δέοντος γενέσθαι. Ολοι πλέον συμφωνούν πως «κάτι» πρέπει να μπορεί να γίνει. Παραμένει όμως αναπάντητο το ερώτημα «τι», «με ποιανού ευθύνη και πρωτοβουλία» και «με ποιον στόχο». Το κοινότοπο πλέον σύνθημα «επιστροφή στην κανονικότητα» είναι είτε απλώς ταυτολογικό είτε βαθύτατα αποπροσανατολιστικό. Πολύ περισσότερο που τα σημερινά πλανητικά αδιέξοδα δεν προέκυψαν εναντία και εις πείσμα του «κανονικού» ρου των πραγμάτων, αλλά εξαιτίας του. Για ένα διάστημα λοιπόν τουλάχιστον και μέχρι να αποκατασταθεί η κλονισμένη «ομαλότητα», η επιστρέφουσα «κανονικότητα» δεν θα μπορεί να θέτει τα ίδια όπως πριν ασφυκτικά όρια στη δημόσια παρεμβατικότητα. Και εδώ ακριβώς επικεντρώνεται η εγγενώς πλέον αντιφατική πρόσληψη μιας οικουμενικής «κατάστασης ανάγκης» που εμφανίζεται ταυτόχρονα ως διαρκής, ως προσωρινή και ως διαπραγματεύσιμη.

Μια πολιτική παρέμβαση που αρκείται στην (επιλεκτική πάντα) άμβλυνση ορισμένων συνεπειών της καταστροφής δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ενισχύει τη διαιώνιση των αιτίων της. Από τη στιγμή που δεν αναθεωρείται η αφετηριακή ταύτιση της ιδέας της προόδου με τους εργαλειακούς παραγωγιστικούς αυτοματισμούς και κατ’ επέκταση με τον άνευ ορίων και όρων ατομικό μιμητικό καταναλωτισμό και την άκρατη ποσοτική μεγιστοποίηση των μεγεθών, το όποιο «καλό» θα καταδιώκεται από την ίδια τη σκιά του!

Το ζήτημα προφανώς περιπλέκεται αν λάβουμε υπ’ όψιν πως οι πρακτικές προεκτάσεις των κρίσεων και των αδιεξόδων δεν μπορεί να είναι παντού οι ίδιες. Στον βαθμό που, τύποις τουλάχιστον, οι πολιτικές αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται σε εθνική – κρατική κλίμακα, τα μέτρα που θα ληφθούν θα τείνουν να υπηρετούν πριν από όλα τα εν στενή εννοία «εθνικά συμφέροντα». Ακόμα και – ίσως μάλιστα κυρίως – όταν βρίσκονται σε «καταστάσεις ανάγκης», οι πολιτικές εξουσίες έχουν τις δικές τους ανυπέρθετες εθνικές προτεραιότητες. Στο μέτρο λοιπόν όπου ολόκληρος ο κόσμος αντιμετωπίζει το ίδιο «αδιαίρετο» πρόβλημα την ίδια στιγμή αλλά σε διαφορετική ένταση, σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετική επιτακτικότητα, και όπου, ταυτοχρόνως, όλες οι μείζονες αποφάσεις παραμένουν εξ ορισμού «διαιρετές», οι προτεινόμενες μερικές λύσεις θα παραμένουν όχι μόνο ασυντόνιστες και ανταγωνιστικές μεταξύ τους, αλλά και εν δυνάμει αλληλοαναιρούμενες.

Για όσο καιρό κάθε επικρατειακή εξουσία «αποφασίζει» και δρα με κύριο κριτήριο τα δικά της «εθνικά» συμφέροντα, όλοι οι παίκτες μετατρέπονται σε «Free riders» «τζαμπατζήδες». Ελαχιστοποιώντας το «δικό τους» (πολιτικό, οικονομικό ή συμβολικό) κόστος και μεγιστοποιώντας τη «δική τους» ωφέλεια, οι κατεστημένες εξουσίες λειτουργούν όπως ακριβώς και ο αρχετυπικά αυτιστικός «homo economicus»! Με αυτή την έννοια, οι τρέχουσες διστακτικές μορφές «επιστροφής του πολιτικού» είναι μερικές, επιλεκτικά αποσπασματικές, ίσως δε και μάταιες στον μακρό χρόνο. Στο μέτρο που στοχεύει στην αποκατάσταση της εθελότυφλης «κανονικότητας» που είχε οδηγήσει στα αδιέξοδα, είναι βέβαιο πως η οποιαδήποτε «κανονικοποιητική» πολιτική θα προσκρούει στις αδυσώπητες προεκτάσεις της ίδιας της αγοραίας λογικής. Δεν είναι λοιπόν άξιον απορίας το γεγονός ότι δεν τίθεται καν ζήτημα προώθησης ή έστω απλής συζήτησης οικουμενικής εμβέλειας λύσεων.

Ούτε η επιδημία μπορεί να υποχωρήσει όταν πάνω από τα δύο τρίτα των κατοίκων του πλανήτη παραμένουν ανεμβολίαστα επειδή οι πενόμενες χώρες δεν είναι σε θέση να αγοράσουν εμβόλια, ούτε τα εμβόλια είναι δυνατόν να μοιράζονται ισόμερα και δίκαια για όσο καιρό η παραγωγή τους εξακολουθεί να ελέγχεται από ελάχιστες «πατεντούχες» φαρμακευτικές εταιρείες, ούτε η παγκόσμια αναζωπύρωση της τυφλής και «παράλογης» πρωτογενούς ή και ανακλαστικής βίας είναι δυνατόν να περιοριστεί με τη λήψη αυστηρών καταπιεστικών μέτρων, ούτε οι κλιματικές καταστροφές μπορούν να αμβλυνθούν αν δεν έχουν προηγηθεί μεταβιβάσεις των αναγκαίων πόρων στις υπανάπτυκτες χώρες, ούτε οι διασυνοριακές μετακινήσεις των απελπισμένων πληθυσμών μπορούν να ελεγχθούν και να ρυθμιστούν δίχως μια υπερκείμενη πολιτική αρχή με οικουμενικές αρμοδιότητες.

Εχω λοιπόν την αίσθηση ότι για όσο καιρό το «πολιτικό» παραμένει ακόμα προσδεδεμένο στις παραδοσιακά οριοθετημένες επικρατειακές του βάσεις, τα πλανητικά διακυβεύματα δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν στον μακρό χρόνο. «Λύσεις» θα μπορούσαν να υπάρξουν μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τα οικουμενικά προβλήματα θα αποτελούσαν αντικείμενα ενός πολιτικού προβληματισμού οικουμενικής εμβέλειας και αποδοχής. Ενα ενδεχόμενο που, επί του παρόντος τουλάχιστον, παραμένει αφελές και αχνό όνειρο. Η συγκυριακή διεύρυνση των αρμοδιοτήτων ενός καθημαγμένου σε συστημικές σκοπιμότητες «πολιτικού επιπέδου» δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται από μια ριζική αναθεώρηση των στόχων, των ορίων και των οργανωτικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων της «πολιτικής» δράσης.

Για να μπορούμε να λειτουργούμε ως αλληλέγγυοι συνάνθρωποι, όπως δηλαδή θα το απαιτούσε ίσως η ηθική μας συνείδηση, θα έπρεπε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ως «πολίτες ενός ενιαίου και αδιαίρετου πλανήτη». Είμαστε όμως πολύ μακριά από μια τέτοια προοπτική. Από ό,τι φαίνεται λοιπόν, το μέλλον ενός ενιαίου πλέον και τεχνικά αδιαίρετου κόσμου θα εξαρτηθεί από τους κυμαινομένους όρους σύζευξης ανάμεσα στις οριοθετημένες και αμετακίνητες συλλογικότητες που εκφράζονται με τη μορφή των υποστασιοποιημένων «εθνών» ή «πατρίδων» και σε μια αφηρημένη «ανθρωπότητα» που δεν υπάρχει ακόμα αλλιώς παρά ως αξιακή φαντασίωση. Περιμένοντας λοιπόν «αυτό – που – δεν – υπάρχει – ακόμα», αναρωτιέμαι: Ειρωνεία ή αδιέξοδο;

 

πηγή: tovima.gr