Πριν από λίγες εβδομάδες η υπόθεση της e-food και των εργασιακών σχέσεων των «ντελιβεράδων», προκάλεσε απίστευτο χαμό στην κοινωνία.

Κυρίως στα social media, στη… Δημοκρατία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει, για μία – δύο ημέρες το πολύ, ακούστηκαν και γράφτηκαν τα πάντα.

Και η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη εταιρεία αναγκάστηκε να πάρει πίσω κάποιες αποφάσεις που ενδεχομένως να προκαλούσαν βλάβη στο καθεστώς εργασίας.

Όπως θα θυμάστε, η υπόθεση μετέτρεψε και το πολιτικό σκηνικό σε «αρένα», η αντιπολίτευση το εκμεταλλεύτηκε, η κυβέρνηση αμύνθηκε, η κοινωνία είπε για λίγες ημέρες ένα «φτάνει» και μετά… σιωπή.

Ξεχάστηκαν οι ντελιβεράδες, ξεχάστηκαν οι εργασιακές σχέσεις, όχι μόνο στις μεγάλες εταιρείες διανομής, αλλά και στα μικρά καταστήματα.

Ξεχάστηκαν γενικώς οι… φτωχοδιάβολοι των δρόμων.

Η υποκρισία περίσσεψε για άλλη μια φορά. Ασχοληθήκαμε με την e-food, κάναμε το «κομμάτι» μας στα social media, είπαμε την «άποψή» μας και… η ζωή συνεχίστηκε.

Το παιδί της Καλλιθέας

Πριν από μερικές ημέρες, σε ένα δρόμο της Καλλιθέας, ένας οδηγός παραβίασε το στοπ, έπεσε πάνω σε ένα μηχανάκι με αποτέλεσμα ο ντελιβεράς να σκοτωθεί.

Ηταν ένα παιδί μόλις 18 ετών. Αλλά ήταν… αγνώστου ταυτότητας. Ένα «φάντασμα».

Όπως αποδείχθηκε, το μικρό αυτό παιδί, που έβγαζε το ψωμί του δουλεύοντας ως διανομέας, δεν ήταν Ελληνόπουλο.

Δεν είχε μαζί του χαρτιά, δεν είχε καμιά ασφάλιση, δεν τον αναζητούσαν επί μέρες συγγενείς, γνωστοί ή φίλοι του.

Λέγεται ότι κανείς δεν βρέθηκε για να παραλάβει τη σορό του, να κηδευτεί όπως αξίζει σε έναν άνθρωπο, σε ένα παιδί, σε έναν 18χρονο Πακιστανό που ήρθε στην Ελλάδα για να ζήσει.

Ο «αόρατος» 18χρονος μετανάστης, ο χωρίς χαρτιά και ασφάλιση, δούλευε για να ζήσει ο ίδιος κι ενδεχομένως η οικογένειά του κάπου στο Πακιστάν.

Μια οικογένεια που σίγουρα περίμενε ένα τηλέφωνο από το παιδί τους το ξενιτεμένο. Μια μάνα που σίγουρα περίμενε να ακούσει τη φωνή του παιδιού της: «Καλά είμαι μάνα, δουλεύω σκληρά, θα στείλω όσα μπορώ για να ζήσετε κι εσείς».

Ο 18χρονος δεν έγινε γνωστός παντού, η είδηση πέρασε στα ψιλά. Δεν έγινε χαμός, όπως με την e-food.

Μια παράπλευρη απώλεια ήταν, ένας ακόμη νεκρός μετανάστης που δεν αξίζει να τους δώσουμε σημασία, όλοι εμείς που βυσσοδομήσαμε (και δικαίως) για την καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων των ντελιβεράδων.

Μόνο που οι εταιρείες αυτές έχουν ασφαλίσει τους εργαζόμενούς τους.

Αλλά τι γίνεται με τις χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται μετανάστες και Ελληνες; Που τους πληρώνουν ελάχιστα, που δεν τους ασφαλίζουν ποτέ;

Που τους κλέβουν τα φιλοδωρήματα; Που τους φέρονται σα ζώα; Που τους πετάνε στο δρόμο σαν σκυλιά με το παραμικρό;

Που τους δίνουν (αν τους δίνουν) μηχανάκια διαλυμένα;

Εμείς τι κάναμε;

Κι εμείς όλοι τι κάναμε γι’ αυτό το 18χρονο πακιστανάκι;

Βγήκαμε στους δρόμους; Διαμαρτυρηθήκαμε; Πήραν φωτιά τα πληκτρολόγια της οργής για να γράψουμε για την εργασιακή ζούγκλα των ντελίβερι;

Όχι βέβαια. Συνεχίζουμε τις ζωές μας στα social media, ευτυχισμένοι που πριν μερικές εβδομάδες… κάναμε το δημοκρατικό μας καθήκον να ασκήσουμε κριτική, να φωνάξουμε, να βρίσουμε.

Ο μετανάστης όμως δε ζει πια. Και δεν τον αναζητά κανείς. Δεν τον ήξερε κανείς, δεν είχε χαρτιά, ακόμη κι αν ζούσε δεν ήταν ασφαλισμένος για να τύχει ικανοποιητικής περίθαλψης.

Θα μπορούσε να μείνει παράλυτος και το κράτος να μην… τον ξέρει.

Γιατί ήταν «φάντασμα», ένας ακόμη φτωχοδιάβολος που περνούσε απ’ όλους απαρατήρητος. Από το κράτος, από τις δομές, από την κοινωνία, από τα… social media.

Γιατί ήταν ένα «τίποτε», ένας μετανάστης που «ήρθε στη χώρα μας για να φάει το ψωμί κάποιου Ελληνα». Ετσι δε λένε κάποιοι;

Ομως, ο 18χρονος θα έπρεπε να γίνει σύμβολο, θα έπρεπε να είναι αυτή τη στιγμή το νούμερο ένα θέμα της επικαιρότητας.

Δεν είναι. Γιατί δεν ήταν Ελληνόπουλο. Γιατί ήταν μετανάστης, γιατί ήταν αγνώστου πατρός και μητρός. Γιατί δούλευε σε εργασιακή γαλέρα.

Αλλά σαν κι αυτόν υπάρχουν χιλιάδες.

Θα κάνουμε κάτι γι’ αυτούς; Θα συνεχίσουμε να τους σκοτώνουμε; Εμείς που δεν αντιδρούμε ενώ ξέρουμε, το κράτος που αδιαφορεί…