Πρώτα, αποχαιρέτησε τον παιδικό του φίλο. Μετά, εκπλήρωσε την υπόσχεσή του. Κι έπειτα ξεκίνησε για ένα ακόμα ταξίδι. Ο Τάσος Χατζηγιοβάνης έφυγε από τον Παναθηναϊκό και αφήνει πίσω του μια ολόκληρη ζωή.

Αν οι εικόνες μπορούσαν να μιλήσουν, θα έλεγαν όσες λέξεις θέλουν. Τι αλόγιστη αλαζονεία και αυτή να πιστεύει ο άνθρωπος ότι θα ορίσει πόσες λέξεις θα χρησιμοποιήσει, κάποιος άλλος… Μπορεί να ήθελε να χρησιμοποιήσει χίλιες, μπορεί εκατό, μπορεί δέκα, μπορεί δύο. Ούτε καν δύο. Μία…

Παιδιά που μεγαλώνουν με αυτό το όνομα. Παιδιά που μεγαλώνουν με αυτό το όνειρο. Παιδιά που κυνηγάνε ένα θαύμα, παιδιά που πληγώνονται από το θαύμα όταν όσο κι αν το κυνηγάνε, δεν μπορούν να το φτάσουν. Παιδιά που το αγγίζουν. Παιδιά που το πιάνουν. Παιδιά που νιώθουν ότι γίνονται μεγαλύτερα ή σπουδαιότερα από το ίδιο το θαύμα, το οποίο θεωρούσαν απραγματοποίητο ή το όνειρο, το οποίο πίστευαν ότι δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Παιδιά που κοίταζαν τους τοίχους, μάζευαν τις μπάλες, κολλούσαν τις αφίσες και είχαν μόνο μια λέξη στο μυαλό τους.

Ο Γιάννης Μπουζούκης έφυγε τον προηγούμενο Φεβρουάριο. Μετά από αρκετούς μήνες αγωνιστικής απραξίας, μετά από αρκετά μπρος-πίσω στην ομάδα, που ανδρώθηκε έπρεπε να αλλάξει περιβάλλον. Ο Τάσος έμεινε πίσω. Και τον αποχαιρέτησε. Γνωρίζοντας εν μέρει ότι είναι ο επόμενος. Ότι θα ακολουθήσει, αφού το συμβόλαιό του δεν είχε ανανεωθεί, οι συμμετοχές του ήταν πια ελάχιστες, και είχε τη δυνατότητα από τότε να διαπραγματευτεί σε όποια ομάδα θέλει τη μεταγραφή του. «Αδερφέ μου, 10 χρόνια μαζί στις χαρές και στις λύπες, στα εύκολα και στα δύσκολα. Μεγαλώσαμε μαζί, οι αναμνήσεις που έχω είναι άπειρες. Σου εύχομαι υγεία και καλή σταδιοδρομία στο νέο σου βήμα. Πάντα δίπλα σου». Το όνομα και το όνειρο που τους ένωσε κοινό…

Δεν έχει παρά μερικά 24ωρα που ο Τάσος Χατζηγιοβάνης είδε μετά από καιρό το όνομά του δίπλα στο ρεπορτάζ της αγαπημένης του ομάδας. Το ρεσιτάλ του στα μπουζούκια θα το περίμενε κανείς… Είχε δώσει άλλωστε αρκετά ρεσιτάλ στο παρελθόν, και είναι γνωστός γητευτής του καραόκε, εκτός του PlayStation. Ίσως δεν περίμενε κανείς τη χαρά του. Την ανόθευτη χαρά, την αυθεντική ευτυχία της εκπλήρωσης της υπόσχεσης που έδωσε ο ίδιος πριν μερικούς μήνες. «Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια… Έχω πει όμως ότι αν κάποια στιγμή φύγω, θέλω να φύγω με έναν τίτλο. Είμαστε πολύ κοντά να πάμε σε έναν τελικό και, γιατί όχι, να το κατακτήσουμε. Στόχος είναι η Ευρώπη, είμαι πολύ αισιόδοξος για την ομάδα. Θα πάνε όλα καλά, να υπάρχει πίστη και να δουλεύουμε σκληρά. Τα καλύτερα έρχονται». Τα καλύτερα ήρθαν, ακριβώς όπως τα είχε προβλέψει. Τα έζησε, όπως έλεγε η καρδιά του…

«Στεναχωρήθηκα που δεν ήμουν στην αποστολή. Δεν πειράζει όμως. Είμαι πολύ χαρούμενος, μου έκλεισε η φωνή από τους πανηγυρισμούς. Είμαι υπερήφανος για την ομάδα που είχαμε φέτος, για τη δουλειά που κάνουμε. Το αξίζαμε. Τα καλύτερα έρχονται. Αυτό είναι για τον κόσμο μας». Αυτό ήταν και για τον ίδιο. Κι ας έχει ελάχιστο χρόνο συμμετοχής από τον Φεβρουάριο και μετά. Κι ας χρονολογείται η τελευταία του εμφάνιση ως βασικός στο ματς με τον Βόλο τον Δεκέμβριο (σ.σ. εξαιρείται ο αδιάφορος επαναληπτικός με την Αναγέννηση Καρδίτσας). Κι ας ήξερε ότι θα ήταν το τελευταίο παιχνίδι με μια φανέλα που χάζευε όταν του την έδωσαν για πρώτη φορά σε ηλικία 16 ετών.

Ξέρεις τι σημαίνει; Ξέρεις, γιατί πριν από τον Παναθηναϊκό ήταν ο Ολυμπιακός. Και πριν η Μυτιλήνη. Κι εκεί τα όνειρα είχαν διάφορα χρώματα – κυρίως γαλανόλευκο και ασπρόμαυρο. Το χρώμα της μπάλας. Ομοίως και το χρώμα των ονείρων, πριν σου δώσει η ζωή του μαρκαδόρους. «Σε ηλικία 12 ετών είχα κάνει ένα δοκιμαστικό στον Ολυμπιακό. Με είχαν πάρει, αλλά μας είχαν ζητήσει να μετακομίσουμε οικογενειακώς στην Αθήνα γιατί ήμουν μικρός για να μείνω στις εγκαταστάσεις. Εμένα αυτό η οικογένειά μου δεν μπορούσε να το κάνει και ήταν πολύ δύσκολο να γίνει ένα τέτοιο βήμα. Εγώ τότε σκέφτηκα πως χαλάει το όνειρό μου, πως χάνεται μία μεγάλη ευκαιρία για μένα. Με μία υποσχετική τότε, γύρισα για να παίξω στον Οδυσσέα Ελύτη. Ουσιαστικά, όμως, άνηκα στον Ολυμπιακό. Μετά από έναν χρόνο σπάσαμε τη συμφωνία με τον Ολυμπιακό για να μείνω ελεύθερος. Μου είχαν πει, βέβαια, πως στα 16 θα με ξαναδούν έτσι ώστε αν είναι, να μείνω στις εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού. Φτάνει εκείνη η στιγμή, έπαιζα με τις μεικτές του Αιγαίου στην Αθήνα. Με καλεί τότε ο Παναθηναϊκός για δοκιμαστικό και με παίρνει. Γυρίζοντας στην Μυτιλήνη βγήκαμε για φαγητό με την οικογένειά μου για να το γιορτάσουμε». Η ζωή αλλάζει. Παίρνει όνομα.

Η μετακόμιση ορίζεται ως και σήμερα από τον ίδιο ως η δυσκολότερη στιγμή της ζωής του. Και αναμφίβολα ήταν. 16 ετών μακριά από την οικογένειά του και σε εκείνη που θα γινόταν δεύτερη οικογένεια. Ο Τάσος ήταν αργός, πιο αργός τουλάχιστον από όσο έπρεπε για να κάνει την καριέρα που ονειρευόταν. Δούλεψε τις αδυναμίες του. Μαζί με όσα παιδιά μοιράζονταν το ίδιο όνειρο με εκείνο. Και τον Γιάννη Μπουζούκη. Και πέντε ακόμα, μαζί με τους οποίους υπέγραψαν το πρώτο τους επαγγελματικό συμβόλαιο στις 24 Αυγούστου του 2016. Η περιπέτεια αρχίζει με ένα όνομα.

Ο Αντρέα Στραματσόνι είναι ο πρώτος που τον προσέχει. Τον παίρνει στην προετοιμασία της πρώτης ομάδας και ο μικρός αφήνει άναυδους τους ρεπόρτερ και εκνευρίζει τους συμπαίκτες του με το θράσος του. Τρώει μια-δυο ψιλές για να σκεφτεί καλύτερα πόσες φορές θα τους ντριμπλάρει στην επόμενη προπόνηση! Ή στο παιχνίδι: 3 Νοεμβρίου του 2016 και παίρνει το βάφτισμα του πυρός. Με 15.000 κόσμο στη Λεωφόρο. Με το σκορ, ήδη, στο 0-3. Πυρός δε λες τίποτα… Μέσα από τη φωτιά ατσαλώνεται το σίδερο ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, και ο Χατζηγιοβάνης αρχίζει να βλέπει την πραγματικότητά του να ξεπερνάει τη φαντασία του παιδιού στη Μυτιλήνη. Σταδιακά καθιερώνεται από τον Μαρίνο Ουζούνιδη, μέχρι που αρχίζει να κάνει λάθη. Ξεχνάει πού βρίσκεται.

167 εμφανίσεις. 167 συμμετοχές. 17 γκολ, 18 ασίστ, λες ότι θα μπορούσε να είναι και καλύτερα. Θα μπορούσε, όμως, να είναι και χειρότερα. 32 συμμετοχές τη σεζόν 2021-22 και αρκετές παρατηρήσεις από τον Ιβάν Γιοβάνοβιτς. 31 συμμετοχές τη σεζόν 2020-21 και ένας καυγάς με τον Λάζλο Μπόλονι. 36 συμμετοχές τη σεζόν 2019-20 και το αλά Πανένκα της καταστροφής. 29 συμμετοχές τη σεζόν 2018-19 και τα δάκρυα στην Ξάνθη. Μια ζωή ολόκληρη. Μια ζωή που δεν την περίμενες να τελειώσει τόσο γρήγορα. Με τα καλά της και με τα στραβά της. Με τις διαπραγματεύσεις, με τις παρεμβάσεις του Γιάννη Αλαφούζου, τα νέα συμβόλαια, τις επεκτάσεις συμβολαίων, τα λεφτά, τα τατουάζ, τα μαλλιά (αχ, αυτά τα μαλλιά), τις δηλώσεις, τη στοχοποίηση, την απαξίωση, την αποθέωση, τα λάθη, την έπαρση, την προσγείωση, τις νουθεσίες, τους καυγάδες, τη στεναχώρια, την ευτυχία, τα μπουζούκια, τα ξενύχτια, τη συνειδητοποίηση, τη μία δήλωση-117 λέξεις.

«10 χρόνια. Γεμάτα πολλές χαρές, αλλά και δυσκολίες. Γεμάτα έντονα συναισθήματα και πολλή προσπάθεια. Γεμάτα προπονήσεις, συγκινήσεις και αγάπη που ούτε τη φανταζόμουν. Η χρονιά κλείνει με τον καλύτερο τρόπο: Την κατάκτηση ενός τροπαίου για το οποίο αγωνιζόμασταν πολλά χρόνια. 10 χρόνια που τα κρατάω καλά φυλαγμένα μέσα στην καρδιά μου και θα αποτελούν οδηγό μου για το μέλλον. Ένα τεράστιο ευχαριστώ στους ανθρώπους της ομάδας, στους συμπαίκτες μου, στην οικογένειά μου αλλά φυσικά και στον κόσμο του Παναθηναϊκού που μου έδινε πάντοτε το κίνητρο και την ώθηση να γίνομαι καλύτερος. Η ζωή είναι γεμάτη κύκλους που ανοίγουν και κλείνουν. Στον νέο κύκλο που ανοίγει για μένα, να ξέρετε πως θα έχετε ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου!»

Τη μία εικόνα-χίλιες λέξεις. Χίλιες; Μπορεί να ήθελε να χρησιμοποιήσει χίλιες, μπορεί εκατό, μπορεί δέκα, μπορεί δύο. Ούτε καν δύο. Μία…

πηγή…sdna.gr