Η σημερινή και οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια επικίνδυνη πραγματικότητα στη σχέση μας με την Τουρκία. «Το 56% των Τούρκων πιστεύει ότι ορισμένα εδάφη πέρα από τα σύνορα (της Τουρκίας) ανήκουν στην πραγματικότητα στην Τουρκία». Αυτό είναι ένα από τα πολλά και ανησυχητικά ευρήματα πρόσφατης έρευνας του Ιδρύματος Friedrich Ebert, μερικά εκ των οποίων αφορούν, εμμέσως πλην σαφώς, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η έρευνα, με τίτλο «2022 Security Radar», καλύπτει 14 χώρες, μεταξύ αυτών και η Τουρκία, και εστιάζεται στις τάσεις της κοινής γνώμης για την εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια. Καθίσταται σαφές ότι τα τελευταία χρόνια –όχι μόνον αυτά– η τουρκική κοινωνία έχει εκπαιδευθεί σε μια αναθεωρητική προσέγγιση των δεδομένων της γεωγραφικής περιοχής στην οποία βρίσκεται.

Η Τουρκία προβάλλεται και εδραιώνεται στο εθνικό υποσυνείδητο ως μια χώρα που αδικείται από το υφιστάμενο status quo, το οποίο προσπαθεί να ανατρέψει ο Ταγίπ Ερντογάν, στην εικοσαετή ηγεμονία του οποίου οι παραπομπές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εμπλουτίζονται με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ισλάμ.

Η μελέτη προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία εάν ληφθεί υπόψη ένα ακόμη εύρημα: το 80% των Τούρκων πιστεύει ότι η χώρα τους είναι σημαντική δύναμη παγκόσμιου βεληνεκούς και πρέπει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις, με τη μεγάλη πλειοψηφία να θεωρεί ότι ο τουρκικός στρατός πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του ηγετικού ρόλου.

Στο πλαίσιο αυτό πάνω από το 60% υποστηρίζει την περαιτέρω αύξηση των αμυντικών δαπανών, ώστε να δύναται η χώρα μεταξύ άλλων να ανακτήσει και τα «χαμένα εδάφη» ή, άλλως, να φθάσει στα σύνορα της καρδιάς του κ. Ερντογάν.

Παρότι τελευταία ο Τούρκος πρόεδρος κάνει στροφή στην πολιτική του έναντι άλλων χωρών της περιοχής, με σημαντικότερο παράδειγμα το Ισραήλ, δείχνει μικρότερη προθυμία να πράξει το ίδιο και με την Ελλάδα. Και σε αυτό μπορεί να έχει την υποστήριξη της πλειονότητας της κοινωνίας, που έχει γαλουχηθεί σε ένα διαστρεβλωτικό αφήγημα απώλειας εδαφών προς όφελος της Ελλάδας, το οποίο ο κ. Ερντογάν όχι μόνο διατηρεί ζωντανό, αλλά και ενισχύει, ιδιαίτερα μετά τη συμμαχία του με τους Γκρίζους Λύκους του Μπαχτσελί.

Στην Ελλάδα, ο ποσοτικός και ποιοτικός εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου της χώρας επιβάλλεται από πραγματικές απειλές. Αν αυτές εξέλιπαν, η κοινωνία θα επιθυμούσε την αξιοποίηση των συγκεκριμένων κονδυλίων για την κάλυψη άλλων κοινωνικών αναγκών.

Αντιθέτως, στην Τουρκία οι πολιτικοί, στο μεγαλύτερο τμήμα του ιδεολογικού φάσματος, με τις εθνικιστικές κορώνες περί ανάκτησης εδαφών και την εμμονική ενίσχυση των εξοπλισμών, φαίνεται να ικανοποιούν το λαϊκό αίσθημα.

Ο επεκτατισμός αποκτά ρίζες στο εθνικό υποσυνείδητο σε μιαν εξέλιξη που υπερβαίνει τον σημερινό πρόεδρο της γειτονικής χώρας και τη συχνά επιθετική ρητορική του. Και αυτό είναι όχι μόνον επικίνδυνο, αλλά και δύσκολα αναστρέψιμο.