Να κηρυχθεί ένοχος ο πρώην προπονητής ιστιοπλοΐας για βιασμό και κατάχρηση ανηλίκου ζήτησε ο εισαγγελέας της έδρας Χαρ. Μαστραντωνάκης από το Μεικτό ορκωτό δικαστήριο της Αθήνας.

Σε μια εκτενή αγόρευση αναλύοντας το κάθε αδίκημα, ο εισαγγελικός λειτουργός αναφέρθηκε στις «θρασύτατες και απάνθρωπες πράξεις» του κατηγορούμενου, ο οποίος «φρόντισε επιμελώς να χτίσει σχέσεις με όλους τους γονείς, αλλά και με τους γονείς της καταγγέλλουσας για να θέσει σε εφαρμογή το εγκληματικό σχέδιό του».

Ο κ. Χαρ. Μαστραντωνάκης αφού επισήμανε ότι τα περιστατικά διαδραματίζονται από το 2009, όταν η Αμαλία ήταν 10 ετών τόνισε:

«Τελειώνει τη Δ’ δημοτικού. Το παραπάνω βάρος της καταγγέλλουσας δημιούργησε κατάλληλες προϋποθέσεις ώστε ο κατηγορούμενος με το πρόσχημα να την ”ξεκλειδώσει” να θέσει σε εφαρμογή το εγκληματικό του σχέδιο καταχρώμενος την ιδιότητά του και την εμπιστοσύνη που είχαν στο πρόσωπο του οι γονείς, επιδιώκοντας να συνδεθεί μαζί της συναισθηματικά απευθύνοντας της φράσεις όπως ”τί ωραίο κορμάκι έχεις, μωρό μου”».

Στη συνέχεια, ο εισαγγελικός λειτουργός περιέγραψε πως από το 2010 ο κατηγορούμενος προπονητής ασκώντας σωματική βία ανάγκασε την καταγγέλλουσα σε σειρά πράξεων.

«Ο κατηγορούμενος δεν έδειξε καμία μεταμέλεια, συνέχισε να συναναστρέφεται μαζί της. Μέχρι το 2011 οι λεκτικές εκφράσεις που μετουσιώθηκαν σε φιλί, μετουσιώθηκαν σε γενετήσιες πράξεις, θωπείες και άλλα, παρόλο που ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν το παράνομο των πράξεων του και γνώριζε την ηλικία της», ανέφερε ο εισαγγελέας και πρόσθεσε:

«Το καλοκαίρι του 2011, σε αγώνες της Φωκίδας όπου συνοδός ήταν ο πατέρας της, ο κατηγορούμενος προχωρώντας στο σχέδιό του, εισήλθε στο δωμάτιο της καταγγέλλουσας, με την βία την πήρε και την οδήγησε στο αυτοκίνητο του, στο κάθισμα του συνοδηγού και χωρίς τη συναίνεσή ήρθε μαζί της σε συνουσία. Ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη πράξη. Όταν ήταν 14 ετών η καταγγέλλουσα βρήκε τη δύναμη να γνωστοποιήσει στους γονείς της, οι οποίοι εμβρόντητοι απευθύνθηκαν στις αστυνομικές αρχές».

Ο Χαρ. Μαστραντωνάκης αναφέρθηκε και στους προβληματισμούς που δημιούργησε η ακροαματική διαδικασία. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε:

στα λογικά κενά μεταξύ των καταθέσεων που «με μια πρώτη ανάγνωση δεν έβρισκαν έρεισμα στην κοινή λογική», καθώς «ο πιο καλός σεναριογράφος δεν θα μπορούσε να φαντάζει το βιασμό αυτό…». Ωστόσο, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, η καταγγέλλουσα όσες φορές και να μίλησε, επανέλαβε ακριβώς για ίδια πραγματικά περιστατικά χωρίς να πέσει σε καμία αντίφαση, γεγονός που αποδεικνύει ότι όσα βίωσε 10 έως 14 χρόνων, «δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας αλλά πραγματικά που προκάλεσαν τραύματα στην ψυχή της που κανείς δεν γνωρίζει αν θα ξεπεράσει».

γιατί η καταγγέλλουσα δεν αντέδρασε επί 2-3 χρόνια; «Δεν αντέδρασε γιατί ασκήθηκε σωματική βία. Κυρίως όμως δεν αντέδρασε λόγω της ψυχολογικής βίας που την έκανε να νιώθει πολύ άβολα», υποστήριξε και πρόσθεσε και συνέχισε: «Είχε μπει σε μια κατάσταση υπακοής και ο κατηγορούμενος άρχισε να απειλεί ότι θα με σκοτώσει, θα σκοτώσει τους δικούς μου ότι θα σκοτωθεί ο ίδιος».

Οι αντικρουόμενες καταθέσεις των παιδιών, των μητέρων αυτών: «Τις έλαβα υπόψη, προβληματίστηκα κι εγώ. Ουδεμία εκ των αθλητριών ή μητέρων τους, πέρα ότι ανέφεραν πως υπήρχε μια προσκόλληση του παιδιού στον προπονητή, δεν αναφέρθηκαν σε κάτι παραπάνω. Κανείς δεν αναφέρθηκε σε ερωτική περίπτυξη ή εναγκαλισμό. Οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν αλήθεια. Δεν είπαν κάτι για βιασμό γιατί δεν είδαν ποτέ. Δεν είδαν ούτε το ελάσσων» είπε, τονίζοντας: «Μόνο ότι η Αμαλία ήταν κοντά στον προπονητή γιατί τη είχε χειραγωγήσει. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τη βία που της ασκούσε».

Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου: «Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να αποδώσει την παράνομη συμπεριφορά του στον παρορμητισμό της καταγγέλλουσας» ανέφερε ο εισαγγελέας, προσθέτοντας πως υπήρξαν σωρεία αντιφάσεων στην απολογία του σε σχέση με όσα ανέφερε στην ανάκριση.