Τα τελευταία 12 χρόνια οι ηγέτες/ηγέτιδες των ελληνικών οργανισμών κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν αρχικά μια παρατεταμένη κοινωνικοοικονομική κρίση, στη συνέχεια μία πρωτοφανή σε ένταση και διάρκεια υγειονομική κρίση και τώρα βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι/ες με συνθήκες μεγάλης αναταραχής και αβεβαιότητας. Εν μέσω αυτών των προκλήσεων, οι εργαζόμενοι στρέφονται στα ηγετικά στελέχη για υποστήριξη και οι πελάτες βασίζονται σε αυτά για απαντήσεις και λύσεις. Οι συνεχείς και μεγάλες απαιτήσεις ωθούν την ηγεσία στην επιβάρυνση συνολικά της σωματικής και ψυχικής της υγείας. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι μία σιωπηλή «επιδημία» διαφαίνεται, με λίγους ωστόσο να δίνουν, προς το παρόν, τη δέουσα προσοχή: αυτή της επαγγελματικής εξουθένωσης των ηγετικών στελεχών.

Η επαγγελματική εξουθένωση (burnout), την οποία αναγνώρισε για πρώτη φορά το 2019 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως μία «ιατρική κατάσταση», μπορεί να προκύψει όταν βιώνουμε μακροχρόνιο και συνεχές άγχος ή όταν εργαζόμαστε με έναν εξαντλητικό ρυθμό για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να το διαχειριστούμε. Μπορεί επίσης να προκύψει όταν οι προσπάθειες στην εργασία δεν έχουν δώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα και βιώνουμε βαθιά απογοήτευση.

Το άγχος, η αβεβαιότητα, οι συνεχείς αλλαγές στις οποίες καλούνται τα ηγετικά στελέχη να προσαρμοστούν, οι ατελείωτες ώρες εργασίας και η παράλληλη ενασχόληση με πολλά θέματα, είναι κρίσιμοι παράγοντες, ο συνδυασμός των οποίων δημιουργεί μία μακροχρόνια ανεξέλεγκτη συνθήκη που ενδέχεται να οδηγήσει σε εξάντληση, μειωμένη επαγγελματική αποτελεσματικότητα, κατάθλιψη και τελικά παραίτηση.

Η ισχυρή βούληση των ηγετικών στελεχών να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των Οργανισμών τους, κάνοντας διαρκώς υπεράνθρωπες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση χωρίς όμως παράλληλα να φροντίζουν τη σωματική και ψυχική τους υγεία, μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Και παρά τα προειδοποιητικά σημάδια, οι περισσότεροι ηγέτες επιλέγουν να αγνοήσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις και να συνεχίσουν να εργάζονται με έναν φρενήρη ρυθμό που τελικά θα επηρεάσει την εργασία τους, την προσωπική τους ζωή και ίσως τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

Οταν φτάσει ένα ηγετικό στέλεχος στο σημείο να βιώνει συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα άγχους και εργασιακής εξάντλησης, όχι μόνο δεν έχει πλέον κανένα περιθώριο για δημιουργικότητα και καινοτομία αλλά και «συνθλίβεται» σταδιακά τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Το χαμηλό επίπεδο ευεξίας επηρεάζει με τη σειρά του την αποδοτικότητα του Οργανισμού, καθώς εξουθενωμένοι ηγέτες «οδηγούν» εξουθενωμένες και μη αποτελεσματικές ομάδες.

Παράλληλα, η αντίληψη που επικρατεί ότι οι ηγέτες πρέπει να επιδεικνύουν δύναμη, σταθερότητα και να μην εμφανίζονται ευάλωτοι, αυξάνει τους φόβους τους, λειτουργεί ως τροχοπέδη και τους αποτρέπει να αναζητήσουν βοήθεια, όταν υπάρχει ακόμα χρόνος.

Η αναγνώριση και η διαχείριση των ανθρώπινων ορίων και αναγκών και η πρόληψη μέσω της αυτοφροντίδας είναι επιτακτική ανάγκη. Για να είναι διαχρονικά αποτελεσματικό ένα ηγετικό στέλεχος πρέπει να μάθει όχι μόνο να παρατηρεί και να αναγνωρίζει με θάρρος τα πρώτα σημάδια επαγγελματικής εξουθένωσης αλλά κυρίως να προστατεύει και να φροντίζει τον εαυτό του.

Να δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες τους, να δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου όλοι μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για την ψυχική τους υγεία και να εμπιστεύεται τους ειδικούς για τη δική του στήριξη δίνοντας πρώτο το παράδειγμα, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η ευαλωτότητα είναι η πραγματική δύναμη ενός ηγέτη. Εν τέλει, η εμπειρία στους εργασιακούς χώρους δείχνει ότι, αναμφισβήτητα, η καλή σωματική και ψυχική υγεία της ηγεσίας συνδέεται άρρηκτα με τη βιωσιμότητα του Οργανισμού της.

πηγή: tovima.gr