Στην ερώτηση γιατί η Αθήνα ανακινεί τώρα, για μία ακόμη φορά, το θέμα των Γλυπτών, η απάντηση είναι απλή: Γιατί όχι; Το έκαναν όλες οι κυβερνήσεις. Από τη Μελίνα μέχρι το ξεμονάχιασμα που είχε επιχειρήσει –φευ, μπροστά στις κάμερες– ο Κώστας Σημίτης στον Τόνι Μπλερ, ζητώντας του τα Μάρμαρα σαν εκλογικό δέλεαρ, μέχρι και τη φωτογενή περιφορά της Αμάλ Αλαμουντίν από τον Κώστα Τασούλα.

Το αίτημα είναι νόμιμο και προκαλεί πάνδημη συγκίνηση. Είναι ταυτόχρονα ένας αντιδραστήρας ανεξάντλητων συμβολισμών. Επιτρέπει την ανάσυρση εκείνων των ωραίων εικόνων στις οποίες ο πρόεδρος της Oxford Union, Μπόρις Τζόνσον, προσπερνάει τη Μελίνα Μερκούρη με ένα λοξό βλέμμα μετεφηβικής διαολιάς. Ενα βλέμμα, που ήδη προείκαζε τον κυνισμό του δεξιοτέχνη δημαγωγού.

Χάρη στα Μάρμαρα θυμήθηκαν και οι βρετανικές εφημερίδες ότι ο πρωθυπουργός τους σπούδασε στην Οξφόρδη κλασική φιλολογία και φιλοσοφία· ότι έχει πάντα στο γραφείο του μια προτομή του Περικλέους.

Θύμισαν έτσι πως οι κλασικές σπουδές για πολλούς της γενιάς του Τζόνσον είχαν απομείνει μάλλον ένα εργαλείο καλλιέργειας ύφους, παρά ανθρωπιστικού βάθους· ένα άθλημα εκζήτησης για μια ελίτ που κατέληξε στον αμοράλ λαϊκισμό –και στον καλλιεπή τσογλανισμό– τελειοποιώντας την τέχνη της σοφιστείας.

Η υπόθεση των Μαρμάρων δεν είναι μόνο η ιστορία τους. Οι αντιφάσεις του παρελθόντος, του αρχαιολάτρη – αρχαιοκάπηλου, έρχονται σε αναλογία με τις παρούσες, του Etonian, ο οποίος βανδαλίζει την κουλτούρα που τον επώασε.

Η εκκρεμοδικία που δένει δύο φιλικά έθνη.

Ξανασυναντιόμαστε στο πεδίο της οικείας αναμέτρησης εμείς, οι διεκδικητές με εγώ ανασφαλούς κληρονόμου, και οι σφετεριστές με πεποίθηση πολιτισμικής ανωτερότητας. Εμείς, οι επιβάτες της νεωτερικότητας και εκείνοι, οι ναυπηγοί της.

Εκείνοι δεν έχουν την πολυτέλεια να ενδώσουν στο νέο ρεύμα που, στο όνομα της μετα-αποικιοκρατικής ενοχής, αποκαθηλώνει ανδριάντες και ζητάει να κάψει μάλλον το βιβλίο της οικείας Ιστορίας, παρά να ξεχωρίσει ποιες σελίδες απαιτούν αναψηλάφηση.

Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια να εγκαταλείψουμε την ψυχική πρόσοδο του αδικημένου – το ανεπούλωτο τραύμα ως πηγή ανεξάλειπτου χρέους· τη δυνατότητα να αισθανόμαστε ότι δεν χρωστάμε. Μας χρωστάνε.

Ούτε εμείς ούτε εκείνοι είμαστε έτοιμοι να λύσουμε τον δεσμό αυτής της εκκρεμοδικίας. Το μνημείο ό,τι ήταν να πάθει το έπαθε. Χρήσιμο είναι τώρα το πολιτικό και ψυχικό συνάλλαγμα που ανανεώνεται, όπως ανανεώνεται η μνήμη της αρπαγής.

Δεν υπάρχει μνημείο πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και μνημείο βαρβαρότητας, έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ο ακρωτηριασμένος ναός τον επιβεβαιώνει.

 

πηγή: kathimerini.gr