Πώς τα πάτε με την όμικρον; Νιώθετε φόβο; Ανησυχείτε για τον εαυτό σας και για την οικογένειά σας; Μήπως φοβάστε να στείλετε τα παιδιά σας στο σχολείο τη Δευτέρα; Νιώθετε αλληλεγγύη για το μαρτύριο του Νόβακ Τζόκοβιτς; Ή εκτονώνεστε κοροϊδεύοντάς τον στα σόσια μίντια;

Από την αρχή της πανδημίας, ο καθένας και η καθεμία από εμάς αντιμετωπίζουμε την κρίση με διαφορετικό τρόπο. Με διαφορετικά εργαλεία, με άλλες αντοχές, με αλλιώτικα πολεμοφόδια. Ό,τι μπορεί κανείς κάνει. Κάποιοι αντιδρούν με τη μέθοδο της στρουθοκαμήλου, άλλοι βρίσκουν ευκαιρία να εκφράσουν όποιο αντισυστημικό αντανακλαστικό έχουν καταπιεσμένο μέσα τους, άλλοι βουλιάζουν στη θλίψη, άλλοι παραλύουν από τον πανικό και, ξέρετε κάτι; Όλοι αυτοί οι τρόποι φυσιολογικοί είναι. Μερικές φορές το ξεχνάμε αυτό, στην εποχή μας την περίεργη, που η οργή σιγοβράζει στην επιφάνεια των συναισθημάτων, έτοιμη να εκραγεί με το που διαβάσουμε κάτι που δε μας άρεσε στο τουίτερ. Όλα είναι φυσιολογικά. Και ένας αντιεμβολιαστής, που συμπυκνώνει όλο τον αντισυστημικό του ίλιγγο σε μια βολική αφορμή αντίδρασης, και μια τρομοκρατημένη και πανικόβλητη που, αν και τρις εμβολιασμένη και κατά τα άλλα νεά και υγιής, απολυμαίνει τα ψώνια και μένει κλεισμένη μέσα εδώ και σχεδόν δύο χρόνια. Και οι δύο είναι περιπτώσεις ανθρώπων που δεν αντιδρούν ορθολογικά στην κρίση, αλλά ανθρώπινα. Βεβαίως, η συμπεριφορά τους δεν είναι εξολοκλήρου συγκρίσιμη, καθότι έχει διαφορετικές συνέπειες στο σύνολο, δεδομένου ότι η κρίση δεν είναι κάτι γενικό ή ουδέτερο, αλλά μια πανδημία ενός μεταδοτικού ιού. Η πανικόβλητη δεν ενοχλεί και δεν επηρεάζει κανέναν με τη στάση της -ίσα ίσα, με δραματικές συνέπειες στην ψυχική της υγεία, μας προστατεύει-, ενώ ο αντιεμβολιαστής είναι ένας δημόσιος κίνδυνος που κάνει την κατάσταση χειρότερη για όλους. Αλλά είναι δυο άκρα ενός φάσματος το οποίο είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικό της ανθρώπινης κατάστασης, αναμενόμενο και πολύ δύσκολα διαχειρίσιμο. Ένα φάσμα, μάλιστα, το οποίο δεν περιλαμβάνει μόνο τις διαφορετικές αντιδράσεις διαφορετικών ανθρώπων στην ίδια πρόκληση, αλλά και τις διαφορετικές καταστάσεις ζωής διαφορετικών ανθρώπων απέναντι σε μια πρόκληση η οποία δεν είναι ακριβώς ίδια για όλους. Ένας έφηβος, που δεν κινδυνεύει σχεδόν καθόλου από την Covid, δεν είναι το ιδιο με έναν ηλικιωμένο ή έναν καρκινοπαθή, που έχει ένα εντελώς διαφορετικό φάσμα κινδύνων να αντιμετωπίσει. Μέσα στην γενικότερη κρίση, πάντως, η οποία περνάει άλλη μια κορύφωση τώρα που μιλάμε, ο κάθε άνθρωπος αντιδρά ως η συνισταμένη γνώσεων, προκαταλήψεων, κόμπλεξ, ψυχολογικών προβλημάτων και διανοητικών δυνατοτήτων που έχει συσσωρεύσει στη μέχρι τώρα ζωή του.

Πάρτε για παράδειγμα εμένα.

Σύμφωνα με την ανάλυση που είχε κάνει ο Economist το Μάρτιο του 2021, ένας άνδρας 45 ετών χωρίς υποκείμενα νοσήματα έχει 7% πιθανότητες να νοσήσει σοβαρά, αν κολλήσει Covid, και 0,3% πιθανότητα να πεθάνει από την αρρώστια. Αυτό το 7% ήταν το νούμερο που υπαγόρευσε τον τρόπο με τον οποίο εγώ αντιμετωπίζω την πανδημία. Δεν είναι απόλυτα ακριβές, φυσικά. Η ανάλυση εκείνη έγινε σε τεράστιο δείγμα (σχεδόν μισού εκατομμυρίου επιβεβαιωμένων κρουσμάτων) αλλά κατέγραφε ως “σοβαρή νόσηση” μόνο τα περιστατικά που χρειάστηκαν νοσηλεία κι όχι περιστατικά που, ας πούμε, ήταν πιο ήπια αλλά προκάλεσαν long Covid. Επιπλέον, έγινε πριν από την έλευση της “δέλτα”, που ήταν αρκετά πιο επικίνδυνη. Αλλά ήταν -και είναι- χρήσιμη ως γενικός μπούσουλας. 7%. Αυτή ήταν η πιθανότητα να μου συμβεί κάτι κακό αν κολλήσω Covid. Έτσι το σκεφτόμουν. Και, όντας άνθρωπος, αυτό το νούμερο μου φαινόταν τεράστιο. Δεν σκεφτόμουν ότι αν κολλούσα είχα 93% πιθανότητα να το περάσω ήπια -ο εγκέφαλός μου δεν λειτουργεί έτσι. Το “7%” στο μυαλό μου έμοιαζε περισσότερο με “15%”. Σκεφτόμουν: αν είναι 7 στους 100 σαν εμένα να την πατήσουν, ε, σχεδόν σίγουρα εγώ θα είμαι ένας από τους επτά. Παράλογο; Ασφαλώς. Αλλά για εμένα το “7%” ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να συμπεριφέρομαι με πολλή περισσότερη προσοχή από ό,τι θα δικαιολογούσε μια απόλυτα ορθολογική αξιολόγηση των πιθανοτήτων.

Το Μάιο του 2021 εμβολιάστηκα με το μονοδοσικό εμβόλιο της J&J και, αφού πέρασαν οι 3-4 εβδομάδες, άρχισα να αντιμετωπίζω την κατάσταση διαφορετικά. Τα εμβόλια -όλα τα εμβόλια- αποδείχτηκαν εξαιρετικά, αναπάντεχα αποτελεσματικά: μείωναν την πιθανότητα σοβαρής νόσησης ή θανάτου από Covid από 10 μέχρι και 20 φορές. Οπότε εκείνο το “7%” που είχα ως μπούσουλα ξαφνικά έπαυε να ισχύει. Για εμένα μετατρεπόταν σε 0,7%, ή και πολύ μικρότερο. Το “0,3%” της πιθανότητας να πεθάνω, δε, γινόταν αμελητέο, ίχνος. Ξαφνικά η Covid, από σοβαρός, υπολογίσιμος κίνδυνος, μετατρεπόταν σε κάτι λιγότερο τρομακτικό, σε κάτι συγκρίσιμο με άλλους κινδύνους που αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Όχι συγκρίσιμο με το να μας χτυπήσει κεραυνός, ίσως όχι συγκρίσιμο και με το να κολλήσω γρίπη, αλλά σίγουρα όχι κάτι σαν Εμπόλα, όπως μου φαινόταν η Covid του “7%”. Οπότε πλέον ο φόβος υποχώρησε πολύ. Γνωρίζοντας ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να κολλήσω, κυκλοφορούσα πολύ πιο ελεύθερα και άνετα, θεωρώντας ότι δεν πειράζει και τόσο να κολλήσω. Κάποιο “κλικ” είχε γίνει. Κάποιο αδιόρατο όριο, μια κόκκινη γραμμή, είχε ξεπεραστεί. Και μετά, κάτι άλλο έγινε: κόλλησα. Όχι από απροσεξία -κόλλησα με τρόπο αναπόφευκτο (μέσα στο σπίτι μου), και εισπράττοντας το μέγιστο δυνατό ιικό φορτίο. Όπως είναι αναμενόμενο, επαληθεύτηκε το “99,3%+” και οικογενειακώς η Covid (τύπου “δέλτα”, πια) πέρασε χωρίς συνέπειες, πέραν μιας απώλειας της όσφρησης ενός μηνός περίπου για τους ενήλικες της οικογένειας. Και αμέσως μετά από αυτό, η στάση μου άλλαξε πάλι. Γιατί τώρα ήμουν πλήρως εμβολιασμένος και με επιπλέον ανοσία από τη νόσηση.

Ξεσάλωσα.

Όπου με καλούσαν, πήγαινα. Εστιατόρια; Ναι. Εκδηλώσεις και ομιλίες; Εννοείται. Συναντήσεις με άλλους ανθρώπους; Φυσικά. Ένιωθα άτρωτος, απρόσβλητος. Βεβαίως, στους κλειστούς χώρους φορούσα μάσκα, κυρίως για την άνεση και την ηρεμία των άλλων ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί, οι οποίοι μπορεί να μη βρίσκονταν στην ίδια φάση με εμένα. Και, βέβαια, απέφευγα τους συνωστισμούς και τις περιττές συναρθροίσεις, αλλά λόγω ιδιοσυγκρασίας, όχι λόγω πανδημίας.

Και μετά ήρθε η όμικρον.

Ο Economist δεν έχει βγάλει επικαιροποιημένη ανάλυση με ποσοστά και πιθανότητες. Η καινούργια μετάλλαξη είναι πολύ πιο μεταδοτική, αλλά φαίνεται ότι προκαλεί πιο ήπια Covid. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό για το δικό μου νουμεράκι -το αυξάνει αρκετά ώστε να αρχίσω πάλι να ανησυχώ; Προς το παρόν, έχω αποφασίσει πως όχι. Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, οι ενήλικες της οικογένειας κάναμε και booster Moderna. Μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες και τα παιδιά (που είναι μικρά και ούτως ή άλλως κινδυνεύουν ελάχιστα) θα είναι πλήρως εμβολιασμένα. Καθώς η κοινωνία μας βουλιάζει στον πανικό των δεκάδων χιλιάδων κρουσμάτων ημερησίως, εγώ αντιμετωπίζω την υγειονομική κρίση σαν να έχει λίγο-πολύ τελειώσει για εμάς. Αναγνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν προκύψει η “πι” η “ρο” ή η “σίγμα” που θα μας εκτοξεύσει πάλι τα νουμεράκια σε υπολογίσιμα ποσοστά, μπορεί να ξαναφοβηθώ, αναγνωρίζοντας και ότι η στάση μου δεν είναι απόλυτα ορθολογική και ότι υπαγορεύεται και από τις ψυχολογικές μου άμυνες και την ανάγκη να αντιδράσω σε μια παγκόσμια συνθήκη που μας έχει αφαιρέσει τον έλεγχο πάνω στις ζωές μας και τα σώματά μας, προς το παρόν εξακολουθώ να τρώω σε εστιατόρια, να στέλνω παιδιά σε playdates, σε γιαγιάδες και στο σχολείο, να πηγαίνω σε συναντήσεις και να κυκλοφορώ χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία. Σας γράφω αυτές τις λέξεις από το ωραιότατο αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους με διαφορετικές γνώσεις, προκαταλήψεις, κόμπλεξ, ψυχολογικά προβλημάτα και διανοητικές δυνατότητες. Όλοι αντιμετωπίζουν την κρίση με διαφορετικό τρόπο από εμένα. Μπορεί κάποιοι να είναι ψεκασμένοι. Κάποιοι να μπήκαν εδώ με πλαστό πιστοποιητικό. Κάποιοι να είναι στο άλλο άκρο, να κοιτάζουν γύρω τους στα όρια του πανικού. Όλοι είμαστε φυσιολογικοί.

Κι όλοι φοράμε μασκα.

 

πηγή: kathimerini.gr