Ένα χρόνο πριν μπορεί να ήμασταν «σε περιορισμό», αλλά υπήρχε μέσα στην κοινωνία μια διάχυτη αισιοδοξία ότι σύντομα θα τελείωναν τα προβλήματα και θα μπαίναμε σε φάση ανασυγκρότησης.

Μόλις είχε ξεκινήσει ο εμβολιασμός, που τότε αντιμετωπίστηκε ως «διαβατήριο ελευθερίας» και υπήρχε σε όλους η αίσθηση ότι ένα χρόνο μετά τα πράγματα θα ήταν καλύτερα.

Εν μέρει αυτή η πρόβλεψη διαψεύστηκε. Η χρονιά που πέρασε αποδείχτηκε πιο δύσκολη.

Μπορεί να είχε πλευρές «επιστροφής στην κανονικότητα», αλλά ταυτόχρονα είχε μια ενεργή πανδημία, με μεγάλο αριθμό θυμάτων για τη χώρα μας, ανοιχτά ερωτήματα για το μέλλον της ανάπτυξης, παρά το «Ταμείο Ανάκαμψης», προβλήματα που ήρθαν στο προσκήνιο με τρόπο οδυνηρό, όπως μια αυτοκτονική κάποιες στιγμές έλλειψη εμπιστοσύνης στην επιστήμη ή η συνεχιζόμενη αναμέτρησή μας με την έμφυλη βία, από τις γυναικοκτονίες μέχρι το revenge porn.

Η σύμπτωση ανάμεσα σε αυτές τις – υπό κανονικές συνθήκες – γιορτινές μέρες και το νέο κύμα της πανδημίας που κυριολεκτικά σαρώνει τη χώρα μας (αλλά και τον πλανήτη), έστω και με την πιθανότητα να μην έχει την ίδια επίπτωση αναλογικά και σε σχέση με προηγούμενα κύματα, σίγουρα έχει επηρεάσει αρνητικά πολλούς από εμάς.

Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αυτονόητη κούραση ή την ακόμη πιο αυτονόητη αγωνία για το μέλλον. Αναφέρομαι στον κίνδυνο να χαθεί η εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, ότι μπορούμε, όντως, να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων βλέπει κανείς ένα ατομικό αντανακλαστικό του τύπου, «ας αντέξουμε και βλέπουμε».

Μπορώ να καταλάβω αυτά τα συναισθήματα.

Καταλαβαίνω επίσης και μια έλλειψη εμπιστοσύνης, είτε αυτό αφορά την οργανωμένη Πολιτεία, είτε τους ειδικούς. Ακούστηκαν πολλές «βεβαιότητες» που μετά διαψεύστηκαν, πανηγυρίστηκαν επιτυχίες που δεν τόσο «πετυχημένες», ανακοινώθηκαν «σχέδια», που δεν ήταν επί χάρτου. Όλα αυτά μπορεί κάποιες φορές να έγιναν με τις καλύτερες των προθέσεων, κυρίως για να διαμορφωθεί «θετικό κλίμα», όμως στο τέλος είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Κατανοώ επίσης την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που γεννά το διεθνές περιβάλλον, σε όλες τις πτυχές του. Η κλιματική αλλαγή πλέον γίνεται κατανοητή ως σχεδόν βέβαιη κλιματική καταστροφή και ακόμη δεν έχει αποσαφηνιστεί ο «οδικός χάρτης» που θα κάνει την «Πράσινη Μετάβαση» κάτι παραπάνω από ευχολόγιο.

Ο κόσμος πηγαίνει ολοταχώς σε έναν νέο «Ψυχρό Πόλεμο», πιθανώς και με «θερμές» εξάρσεις και αυτό διαμορφώνει μεγάλες πιέσεις σε σχετικά μικρές χώρες όπως η δική μας.

Η παγκόσμια οικονομία είναι σε τροχιά ανάκαμψης αλλά νέες αβεβαιότητες προκύπτουν, όπως π.χ. η αύξηση του πληθωρισμού.

Οι κοινωνίες δείχνουν ταυτόχρονα να αναζητούν κοινά σημεία αναφοράς και ταυτόχρονα «ταυτοτικά» πεδία διαίρεσης. Όλοι μιλούν για τη σημασία των ελευθεριών και την ίδια στιγμή νέες μορφές διακινδύνευσης βασικών δικαιωμάτων έρχονται στο προσκήνιο.

Όμως, πιστεύω ότι δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αφήσουμε αυτό το κλίμα της αβεβαιότητας, της κρίσης νομιμοποίησης, της αναδίπλωσης στην «ατομική λύση» να κυριαρχήσει.

Χρειαζόμαστε να ξαναβρούμε την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα.

Να μιλήσουμε ξανά σε πρώτο πληθυντικό και να ανασυγκροτήσουμε το «εμείς» μας: ανοιχτό, συμπεριληπτικό, διαλογικό.

Το «εμείς» της αλληλεγγύης, της κοινής προσπάθειας, της συλλογικής δέσμευσης, του αγώνα για κοινούς στόχους.

Και έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε.

Είναι προφανές ότι το στοίχημα δεν αφορά απλώς να υπάρχουν «ρυθμοί ανάπτυξης», αλλά η ποιότητα, το βάθος και η κατεύθυνση της ανάπτυξης.

Με το κλίμα στην οικονομία να βελτιώνεται, παρ’ όλη την αβεβαιότητα της πανδημίας, μπορούμε να συζητήσουμε για το παραγωγικό μοντέλο και πώς μπορούμε να έχουμε μια «πράσινη» ανάπτυξη, που να εξαρτάται από παραδοσιακές «ατμομηχανές» όπως ο τουρισμός, που να στηρίζεται στην υψηλή προστιθέμενη αξία, που να δημιουργεί θέσεις εργασίας.

Οι ευρωπαϊκοί πόροι που θα έρθουν είναι μεγάλοι και αυτή τη φορά μπορούμε να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα σπαταληθούν είτε για να καλυφθούν τρύπες, είτε για μεγάλο «φαγοπότι». Η στροφή προς την επένδυση και όχι απλώς την επιδότηση, οι νέες συνέργειες ανάμεσα σε επιχειρήσεις, έρευνα και πανεπιστήμια, η επίγνωση ότι ο σημαντικότερος πόρος είναι οι εργαζόμενοι μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Είναι επίσης προφανές ότι χρειαζόμαστε μια νέα κοινωνική συνοχή. Το τελευταίο διάστημα η ελληνική κοινωνία διαιρέθηκε με ποικίλους τρόπους. Αυτά τα τραύματα πρέπει να επουλωθούν και μια νέα ενότητα να σφυρηλατηθεί ενάντια σε όλες τις παραλλαγές μισαλλοδοξίας. Και αυτό σημαίνει ότι αυτή τη χρονιά πρέπει να μάθουμε να αποδεχόμαστε τον «άλλο», ό,τι και εάν σημαίνει αυτό. Αυτό που έχει άλλη ταυτότητα φύλου ή σεξουαλικό προσανατολισμό από εμάς αλλά και αυτόν που φτάνει στα σύνορά μας αναζητώντας να ξεφύγει από τον πόλεμο, την βαναυσότητα και τη φτώχεια.

Τα κόμματα του «συνταγματικού τόξου» πρέπει να μάθουν ξανά να συζητούν και να συγκρούονται στη βάση στρατηγικών και όχι στη βάση του «επιφαινόμενου», γιατί τέτοιες «κοκορομαχίες» απλώς διώχνουν τον κόσμο από την πολιτική και τροφοδοτούν την ακροδεξιά εκδοχή του «όλοι ίδιοι είναι».

Την ίδια στιγμή χρειάζεται να ξαναδούμε ένα σύνολο από θεσμούς και εάν σε ποιο βαθμό ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της κοινωνίας. Από την εκπαίδευση μέχρι της δικαιοσύνη και από τα σώματα ασφαλείας μέχρι την ίδια τη λειτουργία του κοινοβουλίου, υπάρχει ανάγκη να συζητήσουμε τις αλλαγές και τις τομές που χρειάζονται. Για ένα κράτος πιο εύρυθμο, πιο ασφαλές αλλά και πιο αλληλέγγυο και πιο δημοκρατικό.

Η μεγάλη συζήτηση για το μέλλον της χώρας δεν μπορεί να γίνει με όρους απλής αναζήτησης δικαίωσης για όσα υποστήριξαν οι μεν και οι δε το 2012. Ούτε αναδρομική δικαιολόγηση των μνημονίων χρειαζόμαστε, ούτε η νοσταλγία για το «αντιμνημονιακό» κίνημα μπορεί να αποτελέσει οδηγό. Η συζήτηση πρέπει να γίνει με το βλέμμα στο μέλλον και τις νέες προκλήσεις που διαμορφώνονται.

Και πρέπει να είναι μια συζήτηση πολιτική και στρατηγική. Δεν χρειαζόμαστε μια «τεχνική» συζήτηση ούτε αρκεί να βρούμε ή να αντιγράψουμε το «εγχειρίδιο». Σε μια νέα εποχή, τόσο οι συντηρητικές όσο και οι προοδευτικές λύσεις καλούνται να ανασημασιοδοτηθούν και κυρίως να αναμετρηθούν με το κριτήριο της πράξης.

Τo in.gr θέλει να βάλει πλάτη σε αυτή τη συζήτηση για το κοινό μέλλον που μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να κάνουμε, όλες και όλοι όσοι ζούμε, αγωνιζόμαστε, εργαζόμαστε, αγωνιούμε και ελπίζουμε σε αυτόν τον τόπο.

Με την ιδιαίτερη και ιστορική του αναφορά στο αίτημα ενός σύγχρονου προοδευτισμού, αλλά και με σεβασμό στην πολυφωνία, γιατί σε αυτό το μέλλον πρέπει να χωρούν όλοι.

Με επιμονή στην ποιοτική ενημέρωση, στην τεκμηρίωση, στην αμεσότητα, στην παρουσίαση όλων των απόψεων και όλων των πλευρών, χωρίς φόβο αλλά με πάθος για την αλήθεια και αγωνία για να υπάρξει ξανά ελπίδα σε αυτή τη χώρα.

πηγή:tovima.gr