Την 200ή επέτειο της αρχής της Επανάστασης δεν τη γιορτάσαμε όπως σχεδιάζαμε, τη ζήσαμε. Η πανδημία μπορεί να μας στέρησε θεαματικές δημόσιες εκδηλώσεις, όμως αυτά έχουν οι επέτειοι – μας αναγκάζουν να δούμε τις σημερινές δυνατότητές μας καθώς αναμετριόμαστε με την Ιστορία. Και η 100ή επέτειος ήταν «μουδιασμένη», καθώς οι Ελληνες βρίσκονταν πάλι σε μια μάχη ζωής και θανάτου με τους γείτονες Τούρκους, μια μάχη που, το επόμενο έτος, θα οδηγούσε στο τέλος και της Μεγάλης Ιδέας, που υπήρξε η συγκολλητική ουσία του νέου βασιλείου από τα πρώτα του χρόνια, αλλά και της μακράς ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Μπορεί η Επιτροπή 1821-2021 να αναγκάστηκε να περιορίσει τα σχέδια του φετινού εορτασμού, μπορεί η πολιτεία να ήταν απορροφημένη από τη διαχείριση της πανδημίας και των συνεπειών της, όμως, ο λαός «τίμησε» την εθνεγερσία με τον πιο άμεσο τρόπο: ζούμε, συζητάμε, ονειρευόμαστε, συγκρουόμαστε μέσα στο πλαίσιο ενός κράτους που γεννήθηκε μέσα στην Επανάσταση και ακόμη επιδιώκει την εκπλήρωσή της – τη σταθερότητα (εντός και εκτός συνόρων) και την ευημερία των Ελλήνων.

Η διακοσιετηρίδα έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη της Επανάστασης, κάτι που ίσως να ωφελήσει περισσότερο από τις γιορτές που δεν έγιναν. Εκδόθηκαν σημαντικά βιβλία, λευκώματα και πρακτικά συνεδρίων. Διοργανώθηκαν μεγάλες εκθέσεις και συζητήσεις. Προβλήθηκαν σοβαρά ντοκιμαντέρ. Η επιστημονική κοινότητα –εντός και εκτός Ελλάδος– ανέδειξε την ευρύτερη σημασία της Ελληνικής Επανάστασης σε μια εποχή επαναστάσεων. Εξετάστηκαν οι επιρροές και οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν σε αυτήν, καθώς και η επιρροή που ο ξεσηκωμός των Ελλήνων άσκησε σε άλλες χώρες και οι μακρόχρονες συνέπειές του. Να μην ξεχνάμε ότι οι Ελληνες απέκτησαν εθνικό κράτος πριν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, μεταξύ άλλων. Το κράτος αυτό ανακηρύχθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1830, παρέμενε υπό την επιρροή τους και απέκτησε πολυπόθητο Σύνταγμα μόνο το 1843. Ομως, ήταν κράτος, με πολίτες και πολιτικούς που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξέλιξή του, στους θριάμβους και στις ήττες του έθνους.

Η πόλωση, ο διχασμός, η αδυναμία να αποδεχθούμε τον συμβιβασμό για να πάμε μπροστά, καθορίζουν την πολι- τική αντιπαράθεση ακόμη και σήμερα.

Σήμερα, χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ελλάδα βρίσκεται πάλι υπό την επιρροή μιας μεγάλης δύναμη. Τώρα, όμως, είναι ισότιμο μέλος μιας ομάδας κρατών που αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Αυτή θα μπορούσε να είναι η ευτυχής κατάληξη του αγώνα που άρχισε το 1821, εάν η εποχή μας δεν ήταν τόσο ρευστή και εάν εμείς δεν ήμασταν τόσο απερίσκεπτοι. Η συνεχόμενη απειλή από την Τουρκία αναγκάζει τους Ελληνες, όπως στην εποχή της Επανάστασης, να επιδιώκουν ισχυρές συμμαχίες. Είναι σημαδιακό ότι μέσα σε αυτό το επετειακό έτος η Ελλάδα υπέγραψε επικαιροποιημένη αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ, συνήψε νέα στρατηγική συμμαχία με τη Γαλλία, καθόρισε τη νέα της σχέση με την εκτός Ε.Ε. Βρετανία και ενίσχυσε τους δεσμούς της με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η Ελλάδα δεν επιδιώκει πια την επέκταση μέσω της ενσωμάτωσης αλύτρωτων Ελλήνων, αναγκάζεται, όμως, να είναι σε συνεχή επαγρύπνηση για να προστατεύσει την κυριαρχία και τα δικαιώματά της. Αυτή την κατάσταση τη γνώριζαν καλά οι αγωνιστές του 1821.

Οι Ελληνες της Επανάστασης θα γνώριζαν, επίσης, την πολιτική κουλτούρα που μας κληροδότησαν. Τα λάφυρα με τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, χρηματοδοτείτο ο Αγώνας, οι διαμάχες μεταξύ προεστών και οπλαρχηγών, μεταξύ περιοχών, μεταξύ «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων», μεταξύ εκπροσώπων του Διαφωτισμού και της Παράδοσης (για να γενικεύσουμε), μεταξύ «οπαδών» διαφορετικών Μεγάλων Δυνάμεων, διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο καχυποψίας και μαξιμαλισμού στην πολιτική και στην κοινωνία. Η πόλωση, ο διχασμός, η αδυναμία να αποδεχθούμε τον συμβιβασμό για να πάμε μπροστά, καθορίζουν την πολιτική αντιπαράθεση ακόμη και σήμερα. Και αυτό ενώ τα μεγαλύτερα προβλήματα που ταλάνιζαν το έθνος έχουν λυθεί – το πολιτειακό, το γλωσσικό, η κληρονομία του Εμφυλίου και, ουσιαστικά, οι σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας. Οπως οι πρόγονοί μας γνώριζαν ότι μόνον ενωμένοι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, αλλά ενέδιδαν στον διχασμό, έτσι κι εμείς, γνωρίζοντας την απειλή της διχόνοιας επιμένουμε σε αυτήν ως πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Εάν αυτό απορρέει από την ένταξή μας στην Ε.Ε., επιτρέποντας την ψευδαίσθηση πως έχουμε την πολυτέλεια για τέτοια συμπεριφορά, αρκεί να θυμόμαστε ότι η κρίση που ξέσπασε το 2010 ήταν αποτέλεσμα τέτοιου συλλογικού εφησυχασμού και ανευθυνότητας.

Αυτό που εμείς οφείλουμε να γνωρίζουμε, 200 χρόνια μετά την αρχή της Επανάστασης, είναι ότι οι συχνά αντιμαχόμενες ομάδες του Αγώνα πέτυχαν επειδή, παρ’ όλα τα προβλήματα, όλοι έδωσαν ό,τι είχαν για τη νίκη. Κάποιοι καλλιέργησαν τις σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις, άλλοι χρηματοδοτούσαν τον Αγώνα και προσέφεραν πλοία, εφόδια και πείρα, άλλοι πρόσφεραν τα κορμιά τους, άλλοι ήρθαν από μακριά προκειμένου να συμβάλουν. Κληρικοί, πλούσιοι, φτωχοί, χωρικοί και ξένοι εθελοντές πολέμησαν μαζί. Μετά τη νίκη, πάλι χωρίστηκαν σε στρατόπεδα, στο κυνήγι αναγνώρισης και αξιωμάτων. Με όλα αυτά, έθεσαν τα θεμέλια ενός κράτους και μιας κοινωνίας που αποτελούν ζωντανή αναγνώριση της παρουσίας των αγωνιστών και της διαρκούς Επανάστασης.

 

πηγή: kathimerini.gr