Σήμερα,1η Σεπτεμβρίου είναι η τελευταία ημέρα που ένας υγειονομικός θα μπορεί να λάβει την πρώτη ή τη μοναδική δόση του εμβολίου κατά της Covid-19 στο πλαίσιο της εφαρμογής του νόμου της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού για τους υγειονομικούς στις δημόσιες δομές.

Διαφορετικά, ο φορέας επιβάλλει το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Επίσης, από σήμερα ενεργοποιείται και η πλατφόρμα υποβολής αιτήσεων για την πρόσληψη επικουρικού προσωπικού, εκτός των γιατρών, ώστε να καλυφθούν τα κενά τα οποία θα δημιουργηθούν. Η πλατφόρμα θα παραμείνει ανοιχτή για λίγες ημέρες.

Τι προβλέπει ο νόμος για την υποχρεωτικότητα
Για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, εμβολιάζεται υποχρεωτικά κατά της Covid-19 όλο το προσωπικό των ιδιωτικών, δημόσιων και δημοτικών μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων και φροντίδας ατόμων με αναπηρία (ιατρικό, παραϊατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό και υποστηρικτικό προσωπικό). Το προσωπικό πρέπει να έχει λάβει την πρώτη ή τη μοναδική δόση έως τις 16 Αυγούστου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και στον προβλεπόμενο χρόνο. Επίσης, όλο το προσωπικό σε ιδιωτικές, δημόσιες και δημοτικές δομές υγείας (διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκατάστασης, κλινικές, νοσοκομεία, δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μονάδες νοσηλείας, Εθνικό Κέντρο ‘Αμεσης Βοήθειας και Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας). Το υπόχρεο προσωπικό πρέπει να έχει λάβει την πρώτη ή τη μοναδική δόση έως την 1η Σεπτεμβρίου 2021, η δε ολοκλήρωση του εμβολιαστικού κύκλου πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και στον προβλεπόμενο χρόνο.

 

Εξαιρούνται όσοι έχουν νοσήσει από Covid-19 και για διάστημα έξι μηνών από τη νόσηση και όσοι έχουν αποδεδειγμένους λόγους υγείας που εμποδίζουν τη διενέργεια του εμβολίου. Η αίτηση εξαίρεσης από τον εμβολιασμό εξετάζεται από ειδική επιτροπή ανά υγειονομική περιφέρεια.

Σύμφωνα με πληροφορίες στην 1η ΥΠΕ υπεβλήθησαν 640 αιτήσεις εξαίρεσης και το 85% αυτών απορρίφθηκε. Σύμφωνα ωστόσο με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ) Μιχάλη Γιαννάκο, οι τρεις εργάσιμες ημέρες που δόθηκαν, 12-17 Αυγούστου για την υποβολή πιστοποιητικών εξαίρεσης εμβολιασμού δεν επαρκούσαν, με αποτέλεσμα να μην έχουν συμπληρωθεί όλα τα στοιχεία.

Πόσοι είναι οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί;
Σύμφωνα με εκτιμήσεις υπάρχουν περί τους 10.000 υγειονομικούς που δεν έχουν ακόμη εμβολιαστεί κυρίως σε υγειονομικές μονάδες της περιφέρειας. Τις τελευταίες πάντως ημέρες και καθώς η διορία που είχε τεθεί έτρεχε, πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν αν εμβολιαστούν.

Τι θα γίνει με τους ανεμβολίαστους υγειονομικούς
Στην περίπτωση εργαζομένων σε φορείς του δημοσίου τομέα, με απόφαση του επικεφαλής του Φορέα επιβάλλεται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, το ειδικό διοικητικό μέτρο της αναστολής καθηκόντων για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Οπως είχε προαναγγελθεί δηλαδή, οι υγειονομικοί που δεν θα εμβολιαστούν και θα επιλέξουν να μείνουν απροστάτευτοι εν μέσω του 4ου πανδημικού κύματος, θα τεθούν σε αναστολή τόσο για τη δική τους προστασία, όσο και για την ασφάλεια των ασθενών που έρχονται συνεχώς σε επαφή μαζί τους.

Κατά τον χρόνο αναστολής καθηκόντων, ο οποίος δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, δεν καταβάλλονται αποδοχές.

Να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για ένα μέτρο μόνιμο, αλλά για ένα μέτρο που θα αίρεται κατά περίπτωση, με την συμπλήρωση 14 ημερών από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού. Δηλαδή αν ένας εργαζόμενος που βγει σε αναστολή αποφασίσει το επόμενο διάστημα να κάνει το εμβόλιο, 14 ημέρες μετά τον εμβολιασμό θα μπορέσει να επανέλθει στην εργασία του.

Η απόφαση εφαρμόζεται και σε συμβάσεις έργου, παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καθώς και σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δανειζόμενου προσωπικού ή προσωπικού που συμβάλλεται με εργολάβο. Στον εργοδότη που απασχολεί προσωπικό κατά παράβαση του παρόντος, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση και έως 50.000 ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής, που διαπιστώνεται σε επανέλεγχο, 20.000 ευρώ για κάθε παράβαση και έως 200.000 ευρώ.