Γύρισε, γύρισε, γύρισε. Γύρισε η Ιστορία και, επιτέλους, ήρθε να δικαιώσει την Αριστερά. Την Αριστερά, που τόσα χρόνια φώναζε για τις ανισότητες, τον νεοφιλελευθερισμό και τις αδηφάγες ελίτ. Το είπε και ο Τσίπρας στην πρώτη Μ.Λ. (Μετά Λοκντάουν) συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας. Μέχρι και ο Αμερικανός πρόεδρος, είπε, «διακηρύττει το ιστορικό διαζύγιο με τα δόγματα του Ρίγκαν και της Θάτσερ».

Η πανδημία φαίνεται όντως να γύρισε την Ιστορία υπέρ της Αριστεράς. Τότε γιατί η Αριστερά στην Ελλάδα δεν καταφέρνει να εκπροσωπήσει την ατζέντα που θεωρητικά της ανήκει; Γιατί ο αντίπαλός της φαίνεται, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, να πείθει περισσότερο όταν μιλάει για «πιο συμπεριληπτικό καπιταλισμό»· για ανανεωμένο σύστημα δημόσιας υγείας· για αποτελεσματικότερη –ψηφιακή– δημόσια διοίκηση;

Οποιος άκουσε τον Τσίπρα, μπορεί να υποψιάστηκε πού οφείλεται αυτή η αδυναμία. Η ελληνική Αριστερά ξόρκιζε τόσα χρόνια την επέλαση ενός νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος ποτέ δεν πέρασε από την Ελλάδα. Ακόμη και η μνημονιακή λιτότητα έπληξε ασυγκρίτως περισσότερο τον ιδιωτικό παρά τον δημόσιο τομέα. Η σώρευση φόρων επί εισφορών, που χαρακτήρισε την προηγούμενη δεκαετία, μόνο φιλελεύθερη πολιτική δεν ήταν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ερμηνεύει το υπό διαμόρφωση μεταπανδημικό consensus ως δικαίωσή του. Και τη δικαίωσή του τη μεταφράζει ως εντολή παλινόρθωσης. Ναι, είμαστε, μετά τον κορωνοϊό, έτοιμοι να εμπιστευθούμε το κράτος. Αλλά ποιο κράτος; Τον παλιό, ακριβό και εχθρικό για τον πολίτη μηχανισμό που υπήρχε μόνο υπέρ του εαυτού του;

Ναι, θέλουμε δημόσια εκπαίδευση. Αλλά ποια δημόσια εκπαίδευση; Τη συριζαϊκή, που ίδρυσε 133 νέα τμήματα ΑΕΙ – και είχε αποφασίσει την ίδρυση άλλων 37 για φέτος; Την εκπαίδευση που υποσχόταν στον μαθητή που έγραψε 7 ότι θα σταδιοδρομήσει ως μουσειολόγος μετά την αποφοίτησή του από το ΑΕΙ του Πύργου; Ναι, θέλουμε νομιμότητα στην αγορά εργασίας. Αλλά γιατί είναι νεοφιλελεύθερη η καταγγελλόμενη από την αντιπολίτευση μετατροπή του Σώματος Επιθεώρησης σε ανεξάρτητη αρχή;

Στο ερώτημα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αρθρώσει το αίτημα της εποχής, η απάντηση μπορεί να είναι πιο προφανής από τα ψιλά προγράμματα. Το ύφος ενός κόμματος που μιλάει για «δύο κόσμους» –για «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα», «ολιγαρχικά ΜΜΕ», «ληστεία» και «ασυλία»– δεν είναι το ύφος της εποχής. Αποσύροντας την προηγούμενη πρόβλεψή του, ο Τσίπρας προέβλεψε ότι δεν έρχονται, τελικά, νέα μνημόνια. Δεν απέσυρε όμως το ρεπερτόριο του αντιμνημονιακού διχασμού.

Αυτή τη γλώσσα οριοθετεί, βέβαια, το κόμμα του. Το συσπειρώνει, αλλά και το περιχαρακώνει. Οταν η πολεμική γλώσσα δεν συντονίζεται με το κοινό αίσθημα, τα όρια που χαράσσει είναι όρια μιας αίρεσης. Ο Τσίπρας τσιμεντώνει τον «κόσμο» του. Κινδυνεύει έτσι να κλειστεί μόνος του σε αυτόν.

 

πηγή: kathimerini.gr